Στο απέραντο
γκρίζο του ουρανού γλιστρούσε κάποιος με παγοπέδιλα.
Ήταν με το κεφάλι
κάτω και τα πόδια επάνω και το κασκόλ του ανέμιζε. Μπορούσε να το κάνει αυτό επειδή ο ουρανός
ήταν παγωμένος.
Με μύτες κόκκινες
από το κρύο και στόματα ορθάνοιχτα, τον κοιτούσε το πλήθος από κάτω, απ’ τη γη.
Όλοι τον έδειχναν και χειροκροτούσαν, όταν κατάφερνε κάποια δύσκολη φιγούρα
(αφού μάλιστα τα έκανε όλα ανάποδα).
Διέγραφε μεγάλα
τόξα και καμπύλες, ακολουθώντας συνέχεια τον ίδιο δρόμο, ώσπου τα βήματα του
χορού του χαράχτηκαν βαθιά στον ουρανό. Τώρα πια φάνηκε ότι έγραφε γράμματα:
ίσως κάποιο επείγον μήνυμα. Αμέσως ύστερα γλίστρησε και χάθηκε στον ορίζοντα.
Το πλήθος εξακολουθούσε
να κοιτάζει τον ουρανό, αλλά κανείς δε γνώριζε το αλφάβητο, κανείς δε μπορούσε
να διαβάσει το μήνυμα. Σιγά-σιγά τα ίχνη χάθηκαν κι ο ουρανός ξανάγινε ένα
απέραντο γκρίζο.
Οι άνθρωποι
γύρισαν στα σπίτια τους και δεν άργησαν να ξεχάσουν το περιστατικό. Στο
κάτω-κάτω ο καθένας έχει τις δικές του έγνοιες.
Εξάλλου ποιος ξέρει; Μπορεί το μήνυμα να μην ήταν και τόσο σημαντικό…
Μίχαελ Έντε – Ο Καθρέφτης μες στον Καθρέφτη

