Friday, August 22, 2014

"Mythe de Sisyphe" - H Αρχή

Θυμάμαι όταν άκουσα για πρώτη φορά το μύθο του Σίσυφου μου είχε φανεί παράλογος. Για την ακρίβεια δεν τον είχα ακούσει, αλλά είχα δει αρχικά μια διασκευή του σε μια γαλλο-Ιαπωνική σειρά κινουμένων σχεδίων του 1981.

Σιγά την τιμωρία , είχα σκεφτεί. Γιατί απλά δε σταματάει να πηγαινοφέρνει το βράχο και να βρει κάτι άλλο να κάνει ? Τι τον αναγκάζει να κάνει κάτι χωρίς νόημα ?

Τώρα νομίζω ότι καταλαβαίνω , απλά δεν είμαι τελείως σίγουρος αν αυτό είναι καλό η κακό.
Την ίδια περίπου εποχή, ίσως και λίγο αργότερα, αναρωτιόμουν τι είναι η ευτυχία. Αρχικά βρέθηκα μπροστά στο ερώτημα μάλλον τυχαία, δεν θυμάμαι πως. Αυτό που θυμάμαι είναι ότι βρισκόμουν συχνά μπροστά στο ερώτημα κάθε φορά που κάποιος η κάτι με παρότρυνε να κάνω μια ευχή. Δε θυμάμαι τόσο τούρτες και κεράκια. Περισσότερο θυμάμαι αστέρια να πέφτουν αλλά και την εφήμερη προσπάθεια μου να επικοινωνήσω με το «υπέρτατο ον».  Είχα σημαντική δυσκολία να επικεντρώσω στο συγκεκριμένο, δηλαδή μου φαινόταν χαζό να ευχηθώ για ένα παιχνίδι ή κάτι άλλο υλικό ή άυλο αλλά συγκεκριμένο. Αρχικά μου έβγαινε ένα γενικό και πέρα για πέρα εγωιστικό «να είμαι πάντα ευτυχισμένος». Μετά ξεπερνώντας τον ένοχο εγωισμό πήγα στο «να είμαστε όλοι ευτυχισμένοι».

Δεν ξέρω πως και γιατί αλλά σύντομα τόσο οι ευχές όσο και το «υπέρτατο ον» άρχισαν να μου βγάζουν μια άρνηση που κατέληξε να γίνει σχεδόν αναφυλαξία. Η αλήθεια είναι ότι δεν ξεμπέρδεψα όμως ούτε με το μεταφυσικό , ούτε με την ελπίδα. Απλά αποφάσισα ότι οι ερμηνείες και οι απαντήσεις των «άλλων» δε μου ταιριάζουν και ότι είχα ανάγκη να βρω τις δικές μου.

Έτσι και μέσα από αυτή τη διαδικασία γνωρίστηκα με το μάταιο, το «ανόητο»  ή αλλιώς το «παράλογο» και τώρα που ξαναβρέθηκα μπροστά στο μύθο , καταλαβαίνω γιατί η απάντηση δεν είναι τόσο απλή και ότι δε μπορώ εύκολα να απαντήσω στο «οκ , να σταματήσει να κουβαλάει το βράχο, αλλά τι άλλο να κάνει ?»

Έχω σχεδόν συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι δεν θα βρω απαντήσεις ή ότι δεν υπάρχουν, αλλά αυτό το σχεδόν κρύβει ένα άπειρο μέσα του.
Μέσα σε αυτό το άπειρο ένιωσα τις τελευταίες μέρες το σύμπαν να συνωμοτεί. 

Ένας γλάρος πάνω από την πόλη με έκανε να σηκωθώ πάνω από την έρημο του πραγματικού. Λίγες μέρες μετά άλλος ένας γλάρος έκανε «πέρασμα» την ώρα που φλερτάριζα, ομολογούμενος με κάποια περιφρόνηση, τη ματαιότητα της ύπαρξης στις σελίδες του «καθένα» . Αποκορύφωμα ο «μύθος του Σίσυφου» που βρέθηκε τυχαία στα χέρια μου.



Στις σελίδες του διαβάζω:

“Ποιο είναι, λοιπόν, αυτό το ακαθόριστο συναίσθημα που στερεί το πνεύμα απ' τον αναγκαίο για τη ζωή ύπνο; Ένας κόσμος που μπορούμε να το εξηγήσουμε χρησιμοποιώντας ακόμα και πρόχειρες δικαιολογίες είναι ένας κόσμος οικείος, φιλικός. Αλλά, μέσα σ' ένα σύμπαν στερημένο ξαφνικά από ψευδαισθήσεις και φώτα, ο άνθρωπος νοιώθει σαν ξένος. Σ' αυτή την εξορία, τη στερημένη από τις αναμνήσεις μιας χαμένης πατρίδας ή από την ελπίδα μιας γης της επαγγελίας, δεν υπάρχει βοήθεια. Αυτή η απόσταση, του ανθρώπου από τη ζωή του, του ηθοποιού από το σκηνικό του, αποτελεί κυριολεκτικά το συναίσθημα του παράλογου.”
…
«Καμιά φορά τα σκηνικά καταρρέουν. Ξύπνημα, συγκοινωνία, τέσσερις ώρες γραφείο ή εργοστάσιο, γεύμα, συγκοινωνία, τέσσερις ώρες δουλειά, φαγητό, ύπνος και Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο, αυτός ο κύκλος επαναλαμβάνεται εύκολα στον ίδιο ρυθμό τον περισσότερο καιρό. Μια μέρα όμως γεννιέται το "γιατί" κι όλα αρχίζουν σ' αυτή την πληκτική κούραση. "Αρχίζουν", αυτό είναι ενδιαφέρον. Στο τέλος μιας μηχανικής ζωής έρχεται η κούραση, την ίδια όμως στιγμή βάζει σε κίνηση τη συνείδηση. Τη σηκώνει απ' τον ύπνο και προξενεί τη συνέχεια. Η συνέχεια είναι η ασυνείδητη επιστροφή στην αλυσίδα ή η οριστική αφύπνιση. Στο τέλος της αφύπνισης βρίσκεται το αποτέλεσμα που φτάνει με τον καιρό: αυτοκτονία ή αναθεώρηση. Η κούραση κλείνει μέσα της κάτι το αποκαρδιωτικό. Εδώ, είμαι υποχρεωμένος να πω πως είναι καλή. Γιατί με τη συνείδηση αρχίζουν όλα και μονάχα αυτή αξίζει.»
…
«Ακόμα και οι άνθρωποι έχουν κάτι το απάνθρωπο. Όταν για ορισμένες ώρες βλέπουν τα πράγματα καθαρά, η μηχανική πλευρά των χειρονομιών τους, η χωρίς νόημα παντομίμα τους, καθιστά ηλίθιο ό,τι τους περιβάλλει. Πίσω από μια τζαμαρία, ένας άνθρωπος μιλάει στο τηλέφωνο δεν τον ακούμε αλλά βλέπουμε τη χωρίς νόημα μιμική του: αναρωτιόμαστε γιατί ζει. Αυτή η απέχθεια για την απανθρωπιά του ίδιου του ανθρώπου, η κατακόρυφη πτώση της εικόνας μας, η "ναυτία" όπως τη χαρακτηρίζει ένας σύγχρονος συγγραφέας, αυτά επίσης αποδεικνύουν το παράλογο. Όπως το αποδεικνύει ο ξένος που, ορισμένα δευτερόλεπτα, έρχεται να μας συναντήσει μέσα σ' έναν καθρέφτη, ο γνωστός μα ενοχλητικός αδελφός που ξαναβρίσκουμε στις φωτογραφίες μας, ο εαυτός μας.»
…
“Τα ουσιαστικά στοιχεία του ανθρώπινου δράματος είναι η νοσταλγία της ενότητας, ο πόθος του απόλυτου. Το ότι όμως η νοσταλγία αυτή είναι ένα γεγονός δε σημαίνει πως πρέπει να επαναπαυόμαστε. Εάν, διαβαίνοντας το χάσμα που χωρίζει τον πόθο απ' την κατάκτηση, διαπιστώσουμε όπως ο Παρμενίδης την ύπαρξη του Ενός (όποιο κι αν είναι), πέφτουμε στη γελοία αντίφαση ενός πνεύματος που διαπιστώνει την απόλυτη ενότητα και με την ίδια του τη διαπίστωση αποδεικνύει τη διαφοροποίησή του και την πολλαπλότητα που ισχυριζόταν πως θ' απλοποιούσε. Σ' αυτόν το φαύλο κύκλο οι ελπίδες μας σβήνουν.”


Σε αυτό το χορό του τυχαίου , βλέπω τα σύννεφα να παίρνουν μορφές και μια γοητευτική συνομωσία να προσπαθεί να με προσηλυτίσει.

Η αρχέγονη εκκρεμότητα κάνει αδιάκριτα την εμφάνιση της ακόμη μια φορά, αλλά η αλήθεια είναι ότι μόνο μέσα από την αγωνία της αισθάνομαι πραγματικά ότι ζω. 
Για αυτό και μάλλον θα συναντιόμαστε για καιρό ακόμη.


Friday, June 20, 2014

The great link...

Τελικά η απομόνωση δε με προστατεύει από τους άλλους, αλλά από έμενα.
Μιλώντας μαζί τους συνειδητοποιώ το δικό μου κενό και ξαναξυπνά η σύγκρουση ανάμεσα στο «πραγματικό» και το μεταφυσικό.

Στο «πραγματικό» το κενό είναι σχεδόν ανίκητο και δεν έχω βρει τρόπο να γίνουμε φίλοι. Δε μπορώ και να του υποταχτώ. Ακόμη και σε αυτή την «κατάσταση» ο εγωισμός και η μοναδικότητα μου δεν υποτάσσεται , τουλάχιστον προς το παρόν.

Στο μεταφυσικό δεν υπάρχει κενό. Νιώθω ή νομίζω ότι νιώθω τις μικρές αναταράξεις του αέρα από το πέταγμα της πεταλούδας, τις ταλαντώσεις του νερού από την έλξη του φεγγαριού, τη βουή των σκέψεων, το λαβύρινθο των συναισθημάτων, το χάδι των βλεμμάτων.  

Το «είναι» και το «θέλω».

Σήμερα κέρδιζε το «είναι» μέχρι που ξεκίνησα να γράφω αυτές τις γραμμές.
Η γοητεία του μεταφυσικού «θέλω» με συνεπήρε όταν προσπάθησα να νιώσω τον γλάρο που χάθηκε στον ορίζοντα.

"To become a thing is to know a thing. To assume its form is to begin to understand its existence."

Ίσως σε αυτές τις μικρές «νίκες» να υπάρχει κάποιο νόημα, αλλά ακόμη και αν δεν υπάρχει δικαιούμαι να το εφεύρω. Ακόμη και αν δεν το δικαιούμαι , το απαιτώ. Αντιστέκομαι στο «ανόητο»…


Οτιδήποτε άλλο θα ήταν απάνθρωπα βασανιστικό.