Monday, December 26, 2011

Στην αυλή...


Ασπρόμαυρα τετράγωνα , ίππος συναντά τον τρελό . 
Βασίλισσες και βασιλιάδες δεν έχουμε.  
Ήταν ακριβοί ρόλοι και δεν ταιριάζουν σε κομπάρσους. 

Η παρτίδα χαμένη , ακόμη και αυτή η μικρή παραγωγή έχει πτωχεύσει. Άλλοι λένε ότι ξεκίνησε αργά, άλλοι λένε ότι δεν παίχτηκε σωστά, άλλοι λένε ότι αυτή είναι και καλύτερη δεν υπάρχει.




Ποτέ δεν υπήρξε το ιδανικό παρά μόνο σαν παραμύθι , από αυτά που βλέπουμε στις ταινίες ή από αυτά που μας λέγανε όταν ήμασταν πιτσιρίκια.  Έτσι περιμένουμε να ακούσουμε τα τύμπανα να ηχούν στις κρίσιμες καμπές, την επική μουσική να παίζει στις μεγάλες μάχες και όμορφα δραματικούς ήχους να γεμίζουν το τοπίο τη στιγμή που συναντιούνται τα βλέμματα.  Η πραγματικότητα συχνά μας επαναφέρει στο ερώτημα. Είμαι εγώ πολύ μικρός ή είναι το παραμύθι πολύ μεγάλο ?

Κάποτε πίστευα ότι μπορώ να καταλάβω τον κόσμο  , αλλά τελικά δεν ξέρω τι κρύβεται ακόμη και σε ένα τόσο δα δωμάτιο.

Πολύ μεγάλος για να κρυφτώ , πολύ μικρός για να αλλάξω το παιχνίδι

Eat me … drink me …

Κλείνω τα μάτια και φεύγω...  τουλάχιστον για σήμερα



Thursday, November 10, 2011

Round midnight

Η μέση της μέρας όπως φαίνεται από τη μέση της νύχτας.
Ένας διαφορετικός κόσμος ζει στις σκιές.
Παίρνω την εικόνα και εξαφανίζομαι στη σκιά του ρολογιού.


Όταν ξυπνήσω θα είμαι μέρος της περιμένοντας τα επόμενα μεσάνυχτα.













Είναι δύσκολο να δεις τον εαυτό σου χωρίς καθρέφτη

====================================
emotions/soul #65, from panda@zeus, 723 chars,
Date: Sat 12/07/96 09:06:13
--------------------------
.....όταν είμαι καλά δεν μπορώ να γράψω
ποιος θα μου πει αν είναι φόβος, μήπως ο πύργος είναι χάρτινος ή μήπως ένας άλλος εαυτός που κοιμάται και ξυπνάει ανά εποχή.


"Συγχώρεσε με που δεν μπορώ να μιλήσω δυνατά......κάθε λέξη ειπωμένη δυνατά στον χώρο που ζω δημιουργεί έναν αντίλαλο" ...και μετά από χρόνια πέφτω πάνω στον ξεχασμένο αντίλαλο μιας λέξης που κάποτε είχε νόημα , αλλά ίσως όχι πια. Και αν ήταν λέξη γραμμένη σε χαρτί το σκίζω, αλλά με την ανθρώπινη μνήμη δεν θα έχω πότε αυτή την πολυτέλεια, και όταν αυτή δεν είναι καν δικιά μου...


χαμόγελο....καθώς μόλις τώρα θυμήθηκα τις φορές που αναρωτιόμουνα τι φοβάμαι, και δεν είχα βρει τίποτα.


Είναι δύσκολο να δεις τον εαυτό σου χωρίς καθρέφτη




Tuesday, September 27, 2011

Το βράδυ



Τα παιδάκια που παίζουν στ' ανοιξιάτικο δείλι
-μια ιαχή μακρυσμένη.
τ'αεράκι που λόγια με των ρόδων τα χείλη,
ψιθυρίζει και μένει,

τ'ανοιχτά παραθύρια που ανασαίνουν την ώρα,
η αδειανή κάμαρά μου,
ένα τραίνο που θά 'ρχεται από μια άγνωστη χώρα
τα χαμένα όνειρά μου,

οι καμπάνες που σβήνουν, και το βράδυ που πέφτει
ολοένα στην πόλη,
στων ανθρώπων την όψη, στ'ουρανού τον καθρέφτη
στη ζωή μου τώρα όλη...

Κ.Καρυωτάκης

Tuesday, August 30, 2011

Simple things


Στίλβη , το φως παίζει με τον αέρα και τα μακρινά φώτα αναβοσβήνουν.
Ο καπνός και το λευκό «χαρτί» οι εθισμοί που κράτησα για το τέλος αυτής της βραδιάς.
Αυτά και μια παλιά μελωδία



Καληνύχτα

Wednesday, August 17, 2011

my world...


Αλήθειες κρυμμένες πίσω από ψέματα, ψέματα κρυμμένα πίσω από μισές αλήθειες, χάος η ανθρώπινη φύση, έτσι δε λένε εξωραϊστικά το εποικοδόμημα του φόβου και της προκατάληψης?

Στα αφτιά μου αντηχούν τα λόγια “It’s the questions that count… “ , αλλά κανείς δε με έχει ρωτήσει τίποτα. Ούτε εγώ ρώτησα. Απέφευγα πάντα τις ερωτήσεις , ήθελα να καταλαβαίνω μόνος. Κάτι ανάμεσα σε φόβο εκδήλωσης προθέσεων που δε μπορώ να στηρίξω και σε μια και καλά, ανώτερη διαίσθηση.

Θέλω να κοιμηθώ και όταν ξυπνήσω να είναι όλα πιο απλά.

Υπάρχει κάτι πιο απλό από τη σιωπή?

Ο καλύτερος τρόπος να αποφύγεις ένα χτύπημα είναι να μην είσαι εκεί. Ο μεγαλύτερος σου φόβος και ενοχή είναι το να μην είσαι εκεί. Άντε να βγάλεις άκρη.

''Αν δεν κοιτάς εκεί που θέλεις να πας, θα πας εκεί που κοιτάς''

Δεν πάω πουθενά, είμαι ακίνητος.  Ο κόσμος αλλάζει γύρω μου, όχι εγώ. Εγώ απλά τον παρατηρώ , όσο πιο καλά μπορώ, με όλες τις αισθήσεις μου.  Εε πότε πότε λέω και καμιά κουβέντα σε κάναν περαστικό και εκείνος για λίγο κοντοστέκεται.

Δεν εγκαταλείπω εύκολα το σημείο αναφοράς μου, τον κόσμο μου.

«Ο χρόνος φεύγει , όχι εγώ» έλεγε ο Μάνος…

====================================
emotions/soul #150, from panda@zeus, 241 chars,
Date: Thu 03/13/97 10:06:34
--------------------------
 "Ζω στον κόσμο μου!"
Ποτέ δεν το κατάλαβα αυτό, σαν απλή φράση ή μομφή.
Υπάρχει και άλλος κόσμος εκτός απο τον δικό μου?????????

....και ενα ειρωνικό χαμόγελο στο πρόσωπο..με μοναδικό αποδέκτη εμένα
και τον κόσμο μου...

:-P.




Monday, August 15, 2011

Μερικές πληρωμένες λέξεις…

Πίσω στα πολλά επίπεδα με μια μικρή συναισθηματική αποκοπή.
Η ανάλυση κάνει υπερωρίες αλλά η παραγωγικότητα παραμένει χαμηλή.

Μακρινά φώτα και μουσική.

Το φεγγάρι κρύβεται στην τυφλή σκοτεινή μου πλευρά.







Friday, August 12, 2011

Ο σκοτεινός πλανήτης

Κάπου μακριά λένε ότι ανακαλύφθηκε ένας σκοτεινός πλανήτης. Προσπαθώ να φανταστώ πώς να είναι να ζει κανείς εκεί, ενώ ταυτόχρονα σκέπτομαι αν ο πλανήτης χάρηκε που ανακαλύφθηκε. Μπορεί πλέον χωρίς ντροπή να αντανακλά το λιγοστό του φώς, αυτό δηλαδή που δεν μπόρεσε ή δεν ήθελε να κρύψει. Μπορεί επίσης να μη φοβάται πια τη σκιά που τον πρόδωσε και τον ήλιο που τη δημιούργησε.

Αν ήταν συνεπής στην απομόνωση του θα έπρεπε να πάει πιο μακριά, να φέγγει ακόμη λιγότερο, να προσέχει τα ίχνη του. Ίσως από την άλλη να ήθελε να φανερωθεί μόνο στους εκλεκτούς να μην πέσει σε κάποια φυλή αγρίων που θα ψάξουν να βρουν τρόπους να τον ληστέψουν, να πάρουν ότι χρήσιμο έχει, να τον γεμίσουν τρύπες, χαρακιές και πόλεις ψυχρές.


Είναι επίσης να αναρωτιέται κανείς αν αυτός τόσο καιρό μας βλέπει, και τι βλέπει από εμάς. Βρήκε τρόπο να συμβιβάσει τις ακρότητες και τις αντιθέσεις? Να καταλάβει το καλό , το κακό και πως μπορούν και τα δύο να συνυπάρχουν στον ίδιο χώρο, στο ίδιο πρόσωπο? Όταν και αν κοιμάται τα βράδια, τι όνειρα έβλεπε ? Τι πρόσωπα ? Αυτά τα σκληρά που νιώθεις ότι χαίρονται με το να προκαλούν πόνο, τα λυπημένα , τα καλοσυνάτα, τα σβησμένα …

Και πάνω που τα σκεπτόμουν όλα αυτά ένα από τα πρόσωπα με έφερε πίσω. Είμαστε σχεδόν ξένοι και βρίσκεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά αλλά ήθελε να μοιραστεί τη χαρά του για ένα μικρό προσωπάκι που προστέθηκε σε αυτό τον πλανήτη.

Καλώς ήρθες Nika Helena , έλα να πούμε μαζί γεια στο ντροπαλό πλανήτη. Ίσως είναι καλύτερα για εσένα να μην κοιτάς μόνο γύρο σου, αλλά να κοιτάς συχνά ψηλά και να απομονώνεις με τη σκέψη σου το θόρυβο. Αυτό και ένα φυλαχτό για το κακό μάτι έχω να σου δώσω. Και τα δυο προϊόντα μεταφυσικής και λίγο πολύ της ίδιας αξίας.





Thursday, July 21, 2011

playing with shadows

Κείμενο χωρίς αρχή. Δεν ξέρω πώς να ξεκινήσω, δεν ξέρω τι να ξεχωρίσω μέσα σε τόση φασαρία. Η μουσική και οι διαθέσεις εναλλάσσονται. Το ίδιο και το κέντρο της προσοχής σε μια σύγχρονη Βαβέλ.

Δεν ξέρω που θέλω να πάω. Ξέρω ότι δε μου αρκεί το «εδώ». Ξέρω ότι δε μου αρκεί το «εγώ».
Ποιος είμαι? Ειλικρινά δεν ξέρω. Είμαι πολλοί και κανένας. Είμαι αυτό που καθρεφτίζεται στα μάτια των άλλων και επιστρέφει σαν σκιά σε ένα τοίχο. Πρώτα ένας σκύλος, μετά ένα περιστέρι , μετά πάλι σκύλος, ή μήπως είναι λύκος? Ήταν όντως περιστέρι ή κάποιο αρπαχτικό?

Οι τοίχοι είναι γεμάτοι σημάδια από προηγούμενες προβολές και από ανθρώπους που έπεσαν με φόρα πάνω στις σκιές.







Θυμάσαι το μύθο για την αλήθεια?

Η αλήθεια αρχικά ήταν ένας τεράστιος καθρέφτης που έπεσε στη γη και έσπασε σε άπειρα θρύψαλα. Καθένας από μας έρχεται στη Γή, βρίσκει ένα κομμάτι του καθρέφτη και νομίζει ότι μέσα από αυτό βλέπει ΟΛΗ την αλήθεια… Μάλλον απατάται δε νομίζεις?

Πως θα γίνει να ενώσουμε τα κομμάτια μας ? Πως θα γίνει να δούμε πέρα από τις σκιές? Χωρίς την σκλαβιά της επιφάνειας, της όρασης και της εικόνας? Πως θα γίνει να δούμε πέρα από τα σύνορα του «αναμενόμενου», του προβλέψιμου, του εφικτού ?

Έχω πει πολλές φορές κάτι που δεν είμαι σίγουρος ότι τηρώ.

«Μη στερείς από τους ανθρώπους τη δυνατότητα ή την πιθανότητα να σε εκπλήξουν. Αν το κάνεις θα έχεις μια αβάσταχτα βαρετή ζωή!»

Μάλλον πρέπει να ανασκευάσω. Δεν είναι βαρετή. Είναι επώδυνη και γίνεται ακόμη πιο αβάσταχτη στη διχοτομημένη χώρα της φασαρίας και της σιγής.

Wednesday, July 20, 2011

La persistance de la mémoire




Withered blue, deserted place that meets the eye
pale reflection, scattered image that wonders why
silent weep, caged sound that wants to keep
priceless treasure the portion of absence that lies within

Obscure desire never revealed for eyes to see
strangest place, the sea of silence I choose to be
speechless longing, coldest hearts that need to feel
precious essence, the warm deliverance, that love could bring

Sudden blur, a loss of focus the shapes collapsed
time stands still, catching the breath that just elapsed
maybe too late, the dawn will break the light will yield
its frozen power, squaring the circles, a mindless leap

Dateless memory, eternal time passed in a glimpse
future and past, are just two moments of time eclipse
present will fly towards the sun, a fear’s retreat
a fightless win, the clock will seek, the rhythm……… of my heartbeat

Tuesday, July 19, 2011

Η γέφυρα που χτίζουμε εδώ και πολλούς αιώνες...

Η γέφυρα που χτίζουμε εδώ και πολλούς αιώνες, δε θα τελειώσει ποτέ. Σαν χέρι απλωμένο στο πουθενά ορθώνεται πάνω από τους απόκρημνους βράχους των συνόρων μας. Από κάτω το μαύρο χάος. Το ψηλό τόξο που προσπαθεί να διαγράψει, χάνεται στην πυκνή ομίχλη που γεννιέται ασταμάτητα από την άβυσσο.
Τέτοιο έργο δε μπορεί να το τελειώσει κανείς χωρίς βοήθεια από την άλλη πλευρά. Και ποτέ δεν είχαμε την παραμικρή ένδειξη από την απέναντι μεριά ότι κάποιος δουλεύει και από εκεί για τον ίδιο σκοπό. Το πιθανότερο είναι ότι αυτοί εκεί ούτε καν έχουν πάρει είδηση την προσπάθεια μας να χτίσουμε τη γέφυρα.
Πολλοί από εμάς αμφιβάλλουν ακόμα και αν υπάρχει απέναντι πλευρά. Οι άνθρωποι αυτοί αποσχίστηκαν κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων αιώνων από την ορθόδοξη επίσημη εκκλησία μας και ίδρυσαν μια αίρεση με την ονομασία ΟΙ ΜΟΝΟΠΛΕΥΡΟΙ. Στην αρχή το όνομα αυτό ήταν κοροϊδευτικό και οι ορθόδοξοι τους το είχαν δώσει για να τους ειρωνευτούν. Αργότερα όμως το υιοθέτησαν και οι ίδιοι και αυτοαποκαλούνταν έτσι με περηφάνια. Το πιστεύω τους ωστόσο δεν τους εμποδίζει κατά κανένα τρόπο να συμμετέχουν στο χτίσιμο μ’ όλες τους τις δυνάμεις, έτσι ακριβώς όπως μας το επιτάσσει η ηθική μας. Για το λόγο ακριβώς αυτό κανείς δεν τους καταδιώκει πια σήμερα, όπως γινόταν παλιά. Αντίθετα θεωρούνται ισότιμοι πολίτες με τους ορθόδοξους, ή σχεδόν. Είναι εύκολο να τους αναγνωρίσει κανείς από το μικρό κάθετο σκίσιμο στο λωβό του αριστερού τους αυτιού, που συμβολίζει τη ΜΟΝΟΠΛΕΥΡΗ πεποίθηση τους. Οι άλλοι πάλι, που αποτελούν την ορθόδοξη πλειονότητα, ονομάζονται ΟΙ ΜΙΣΟΙ. Αυτοί δεν αμφιβάλουν για την ύπαρξη της άλλης πλευράς, ξέρουν όμως ότι δεν πρόκειται ποτέ να την φτάσουν.
Παρόλο που η γέφυρα δεν έχει φθάσει ούτε μέχρι τη μέση από τη δική μας πλευρά, είναι εξαιρετικά πολυσύχναστη. Όλες τις ώρες της μέρας και της νύχτας υπάρχει κυκλοφορία και μάλιστα πυκνή. Φορτηγά, καβαλάρηδες , πεζοί, άμαξες και χαμάληδες πηγαινοέρχονται και προς τις δύο κατευθύνσεις. Χωρίς τις εμπορικές μας σχέσεις με την άλλη πλευρά, δε θα μπορούσαμε πια να επιβιώσουμε αφού όλα μας τα φάρμακα και ένα μεγάλο μέρος ειδών πρώτης ανάγκης τα εισάγουμε από κει. Εμείς εξάγουμε δοχεία κάθε είδους, τούβλα, μεταλλικά αντικείμενα και κηροζίνη και ότι παίρνουμε από τα ορυχεία μας.
Φυσικά δυσκολευόμαστε να εξηγήσουμε στους ξένους αυτή την κατάσταση, που τους φαίνεται μια προφανής αντίφαση, ενώ εμείς την έχουμε δεχτεί και ζούμε μαζί της. Η θρησκεία μας μας απαγορεύει - και σε αυτό δε διαφέρουν οι ΜΟΝΟΠΛΕΥΡΟΙ από τους ΜΙΣΟΥΣ – ν’ αμφιβάλλουμε σ’ αυτό το σημείο. Μόνο η γέφυρα που έχουμε χτίσει εμείς υπάρχει. Ζηλωτές και αιρεσιάρχες υπήρξαν πολλοί στην ιστορία μας, η αντιμετώπισή τους όμως ήταν πάντα η ίδια. Τους οδηγούσαμε μέχρι το σημείο όπου τελειώνει η γέφυρα , και τους υποχρεώναμε να συνεχίσουν το δρόμο τους. Φυσικά έπεφταν στην άβυσσο.
Όποιος δε γεννήθηκε και δε μεγάλωσε στη χώρα μας, δεν μπορεί να καταλάβει ότι η σημαντικότερη προϋπόθεση για την επικοινωνία μας με την άλλη πλευρά έγκειται ακριβώς στη βαθιά μας πεποίθηση ότι πρόκειται για κάτι απολύτως αδύνατο. Αν για οποιοδήποτε λόγο αυτό το θεμέλιο της πίστης μας ράγιζε, τότε η γέφυρα αυτή η μισή που κατορθώσαμε να χτίσουμε, θα κατέρρεε αμέσως. Γι’ αυτό είμαστε εντελώς σίγουροι. Και τότε θα ήμασταν χαμένοι. Γι’ αυτό οι ταξιδιώτες και οι περαστικοί ας κρατούν τη γλώσσα τους κι ας μην προσπαθούν πεισματάρικα να καταλάβουν το μυστικό της πίστης μας. Αλλιώς διατρέχουν τον κίνδυνο να βρουν το ίδιο τέλος με τους αιρετικούς της ιστορίας μας. Τότε θα μάθαιναν πάνω στην ίδια τους τη σάρκα ότι η γέφυρα μας δεν είναι τελειωμένη κι ότι ανάμεσα σε μας και την άλλη πλευρά ανοίγεται ακόμα η άβυσσος.
Στις περιπτώσεις γάμου – οι οποίες ειρήσθω εν παρόδω, δεν είναι και λίγες – μεταξύ κάποιου από εμάς και κάποιου από την άλλη πλευρά, ο γαμπρός ή η νύφη αναγγέλλουν με κάθε επισημότητα ότι δεν υπάρχουν. Η μόνη διαφορά ανάμεσα στους ΜΟΝΟΠΛΕΥΡΟΥΣ και τους ΜΙΣΟΥΣ εντοπίζεται καθαρά στο τυπικό της διαδικασίας. Οι μεν ΜΟΝΟΠΛΕΥΡΟΙ λένε: «Έρχομαι από το πουθενά, γιατί η χώρα από την οποία κατάγομαι δεν υπάρχει. Επομένως δεν υπάρχω ούτε και εγώ. Κι έτσι λοιπόν παίρνω σε παίρνω για άνδρα μου (ή για γυναίκα μου)». Ενώ οι ΜΙΣΟΙ λένε: «Από κει που έρχομαι είναι αδύνατον να έρθει ποτέ κανείς. Επομένως δε βρίσκομαι εδώ. Κι έτσι σε παίρνω για άντρα μου (ή για γυναίκα μου)». Με το τελετουργικό αυτό ο εκάστοτε υποψήφιος αποκτά πλήρη πολιτικά δικαιώματα στη χώρα μας και θεωρείται από κει και πέρα πραγματικό πρόσωπο με τα πλεονεκτήματα και τα καθήκοντα ενός συζύγου.

Μίχαελ Έντε – Ο Καθρέφτης μες στον Καθρέφτη
http://en.wikipedia.org/wiki/The_mirror_in_the_mirror

Monday, July 18, 2011

Brain damage...



The lunatic is on the grass
The lunatic is on the grass
remembering games and daisy chains and laughs
got to keep the loonies on the path

The lunatic is in the hall
the lunatics are in the hall
the paper holds their folded faces to the floor
and every day the paper boy brings more

And if the dam breaks open many years too soon
and if there is no room upon the hill
and if your head explodes with dark forebodings too
I'll see you on the dark side of the moon
The lunatic is in my head
The lunatic is in my head
you raise the blade, you make the change
you rearrange me ' till I'm sane
you lock the door
and throw away the key
there's someone in my head but it's not me

And if the cloud bursts, thunder in your ear
you shout and no one seems to hear
and if the band you're in starts playing different tunes
I'll see you on the dark side of the moon

All that you touch and all that you see
all that you taste, all you feel
and all that you love and all that you hate
all you distrust, all you save
and all that you give and all that you deal
and all that you buy, beg, borrow or steal
and all you create and all you destroy
and all that you do and all that you say
and all that you eat and everyone you meet
and all that you slight and everyone you fight
and all that is now and all that is gone
and all that's to come and everything under the sun is in tune
but the sun is eclipsed by the moon

Tuesday, July 12, 2011

Λέξεις...

Λέξεις...που πήγαν...εδώ ήταν πριν.
Πολλά ήταν εδώ πριν αλλά έφυγαν και μαζί τους και ένα κομμάτι από εμένα ή ένα κομμάτι έμεινε πίσω από "αυτούς", εδώ μαζί μου, και μοιράζετε την δικιά μου την τροφή.

Ο ήχος, η σιωπή, η πόρτα του αυτοκίνητου που έκλεισε και κάποτε κάποιος την άκουσε, ο ήχος της βροχής, το τακούνι που τρίζει, το φως που κάποιος είπε ότι προδίδει την κούραση, και όλα αυτά στοιχειωμένη μουσική, μέσα στο σπίτι που πάντα κουβαλάω, σαν χελώνα, κινούμενος
στάσιμα μέσα στον ίλιγγο που έφτιαξα.

Ξωτικά και παράξενα αντικείμενα, εξώκοσμα και πραγματικά, συμβιβασμένα και ασυμβίβαστα με γοργούς αργούς ρυθμούς, και το κρύο να με καίει, κάθε πρωί, και σαν αδύναμο παιδί σύμμαχους αναζητώ, μέσα από χίμαιρες και ειλικρινή ψέματα, στην καταιγίδα που εγώ έφτιαξα παίζοντας με τους κεραυνούς..

Και όλα λόγια και λέξεις χωρίς νόημα όταν ξυπνάει, και μανιασμένος από το κρύο στο ζεστό πάει και από το άσπρο στο μαύρο και παντού το ίδιο κενό...

και ο κύριος στην γωνία θα πει "παιδί" και ο άλλος θα πει αλλά γυρνώντας το κεφάλι από εκεί, και εγώ για μια στιγμή θα μείνω και μετά θα διαλέξω τον κύριο ή το παιδί γιατί και οι δυο δικοί μου είναι, όσο μπορεί τελικά κάτι να μου ανήκει μια και υπάρχουν και αυτοί που είπαν ότι "η ιδιοκτησία είναι κλοπή"


Αναμνήσεις από μια άλλη εποχή , Αθήνα 1999

Monday, July 11, 2011

O κύριος αυτός αποτελείται μόνο από γράμματα του αλφαβήτου

O κύριος αυτός αποτελείται μόνο από γράμματα του αλφαβήτου. Πλήθος γραμμάτων, εννοείται , ο αριθμός των γραμμάτων είναι αστρονομικός. Πάντως είναι μόνο γράμματα.

Από εδώ η φίλη του. Αυτή αποτελείται, όπως μπορεί ο καθένας να δει, από σάρκα και οστά. Και τι σάρκα! Χάρμα οφθαλμών, χαίρεσαι να τη βλέπεις, πόσο μάλλον να την αγγίζεις!

Τώρα πάνε κι οι δύο μαζί στο πανηγύρι. Στη βαρκούλα και στον τεράστιο τροχό που γυρίζει, όλα πήγαν καλά. Να όμως που φτάνουν μπροστά στον πάγκο της σκοποβολής. Πρόκειται βέβαια για έναν πάγκο σκοποβολής που διαφέρει από τους συνηθισμένους.

«Εξέτασε τον εαυτό σου!» λέει μια πινακίδα πάνω από τον πάγκο. Κι από κάτω οι κανόνες του παιχνιδιού. Είναι μόνο τρεις:

1)Κάθε βολή πετυχαίνει σίγουρα
2)Για κάθε πρώτη επιτυχία δίνεται μια βολή δωρεάν.
3)Η πρώτη βολή δε χρεώνεται.

Ο άνδρας με το χέρι του περασμένο γύρο από τους γοφούς της φίλης του, μελετά προσεκτικά τον κανονισμό. Στην αρχή δεν έδωσε σημασία, εκείνη όμως τον πίεσε να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία. Θέλει να δει πως τα καταφέρνει εκείνος στη σκοποβολή.
Ο κύριος όμως δε θέλει.
«Γιατί όχι , αγάπη μου? Τι σε πειράζει?»

Αυτό που τον πειράζει είναι ότι ο στόχος είναι και αυτός ασυνήθιστος σαν όλα τα’ άλλα σ’ αυτό τον πάγκο. Πρέπει κανείς να πυροβολήσει τον ίδιο του τον εαυτό, δηλαδή την εικόνα του όπως φαίνεται μέσα στον καθρέφτη απέναντι. Και ο κύριος που αποτελείται από γράμματα δεν νιώθει αρκετά πραγματικός, ώστε να διακρίνει και μάλιστα τόσο τολμηρά ανάμεσα στον εαυτό του και την αντανάκλαση του.

«Η θα ρίξεις, ή θα χωρίσουμε!» τον απειλεί στο τέλος θυμωμένη η φιλενάδα του.

Εκείνος κουνάει το κεφάλι. Τότε κι εκείνη φεύγει, πιασμένη στο μπράτσο ενός χασάπη, που καταλαβαίνει από σάρκα και οστά.

Ο κύριος μένει πίσω και την κοιτάζει. Κι όταν εκείνη χάθηκε πια ανάμεσα στο πλήθος και δεν την φτάνει με τη ματιά του, τότε διαλύεται κι αυτός σχηματίζοντας ένα μικρό σωρό κατάχαμα από πεζά και κεφαλαία, που οι περαστικοί ποδοπατούν.

Θα μπορούσε θαυμάσια και να πυροβολήσει, έτσι δεν είναι ?


Μίχαελ Έντε - Ο Καθρέφτης μες στον Καθρέφτη

Wednesday, July 6, 2011

Calmly We Walk Through This April's Day

Calmly we walk through this April's day,
Metropolitan poetry here and there,
In the park sit pauper and rentier,
The screaming children, the motor-car
Fugitive about us, running away,
Between the worker and the millionaire
Number provides all distances,
It is Nineteen Thirty-Seven now,
Many great dears are taken away,
What will become of you and me
(This is the school in which we learn...)
Besides the photo and the memory?
(...that time is the fire in which we burn.)

(This is the school in which we learn...)
What is the self amid this blaze?
What am I now that I was then
Which I shall suffer and act again,
The theodicy I wrote in my high school days
Restored all life from infancy,
The children shouting are bright as they run
(This is the school in which they learn . . .)
Ravished entirely in their passing play!
(...that time is the fire in which they burn.)

Avid its rush, that reeling blaze!
Where is my father and Eleanor?
Not where are they now, dead seven years,
But what they were then?
No more? No more?
From Nineteen-Fourteen to the present day,
Bert Spira and Rhoda consume, consume
Not where they are now (where are they now?)
But what they were then, both beautiful;

Each minute bursts in the burning room,
The great globe reels in the solar fire,
Spinning the trivial and unique away.
(How all things flash! How all things flare!)
What am I now that I was then?
May memory restore again and again
The smallest color of the smallest day:
Time is the school in which we learn,
Time is the fire in which we burn.

Delmore Schwartz

Monday, June 27, 2011

το παιχνιδι της αναίρεσης

Ok! Λένε ότι καλύτερα να μη μιλάς όταν τα λόγια σου δεν είναι καλύτερα από τη σιωπή, αλλά για σήμερα θα παραβώ το συγκεκριμένο κανόνα! Για να είμαι ειλικρινής μάλλον έχω συνηθίσει να τον παραβαίνω. Έχω την εξήγηση αλλά δεν είμαι έτοιμος να την μοιραστώ. Ίσως κάποια στιγμή αργότερα και χωρίς να υπόσχομαι τίποτα.

Άλλωστε δεν χρειάζεται η δική μου απάντηση. Μπορείς να τη δώσεις και εσύ, ο καθένας δηλαδή. Μπορεί να υπάρχουν διαφορές, αλλά η ουσία μάλλον είναι κάτι κοινό για εσένα και για εμένα, για τον καθένα.

Νομίζω ότι έχω μάθει να βλέπω πια και το λευκό και μερικές φορές είμαι σίγουρος ότι έχω δει και αλλά χρώματα! Ακόμη και αν δεν τα έχω δει , είμαι σίγουρος ότι υπάρχουν, και είμαι επίσης σίγουρος ότι θα τα δεις και εσύ.

******************************************************************************
poetry/yours#92, από arsisath@zeus, 1208 χαρακτήρες
Ημερομηνία: Fri 07/05/96 03:26:33
******************************************************************************


Μια από αυτές τις ημέρες λοιπόν ή μάλλον μια ακόμα από αυτές τις μέρες που τίποτα δεν έχει νόημα, που η μουσική έχει γίνει ήχος σιωπής και η ζωή τοπίο βυθού σε βάθος που ο ήλιος δεν φτάνει.

Απουσία αισθήσεων η μαύρη οθόνη που τώρα κοιτάζω. Οι λευκές κουκίδες προσπαθούν κάτι να πουν σε ποιον και τι δεν έχω καθορίσει. Ίσως σε εσένα που η μαύρη οθόνη σε ενοχλεί.

Εμένα τείνει να μού γίνει συνήθεια, όχι επειδή η οθόνη μου είναι πάντα μαύρη, αλλά επειδή τα μάτια μου δεν έχουν συνηθίσει να βλέπουν στο λευκό

Δεν θα απολογηθώ σε κανένα για αυτό που είμαι, ούτε θα απολογηθώ επειδή το λευκό με θαμπώνει. Ούτε θα πω ότι το μαύρο είναι το χρώμα μου γιατί το μαύρο δεν είναι χρώμα και γιατί ούτε καν αυτό είναι δικό μου.

Βολεύτηκα στην ασυνέπεια μου.Kαι γιατί τώρα εδώ να γράφω αφού ούτε μαύρο ούτε λευκό είναι δικά μου? Kαι γιατί τόσο να θέλω να σου μιλήσω? Kαι γιατί για αυτό να προσπαθώ? Aφού τίποτα δεν έχει νόημα θα έπρεπε να σιωπώ αλλά....μήπως τελικά είπα και τίποτα?

Ωραίο το παιχνίδι της αναίρεσης, το παίζω εδώ και καιρό. Αν και καμία φορά καταντά κουραστικό, είναι το μόνο που για'μενα έχει νόημα, αλλά από την άλλη μεριά, δεν έχει καν αυτό.

Thursday, June 23, 2011

Je reviens toujours...

Δεν έχω βρει ακόμη τις «λέξεις» της εποχής. Χάνομαι ανάμεσα στη μουσική και στους στοίχους.
Ξέρω ότι έχω όρεξη να ξαναρχίσω να ψάχνω, να βλέπω , να παρατηρώ και να παρατηρούμαι χωρίς συγκεκριμένο στόχο , όρους και προϋποθέσεις. Να παρατηρούμε όχι απαραίτητα σαν πρωταγωνιστής αλλά ακόμη και σαν μέρος του περιβάλλοντος θορύβου, κάτι ανάμεσα στο μηδέν και το άπειρο. Μου αρκεί πλέον ακόμη και κάτι μικρό και πεπερασμένο, αρκεί να είναι ειλικρινές και αυθεντικό.
Είναι βέβαιο ότι δε θα ξαναγεννηθώ. Αυτό μπορώ μόνο να το φαντάζομαι σε στιγμές άυπνης ονειροφαντασίας.

Είναι σχεδόν βέβαιο ότι δε θα ξαναπαρασυρθώ τελείως από τις «λέξεις» όσο και αν τελικά τις έχω ανάγκη και τις «αγαπώ». Θα τις αφήνω περιστασιακά να με χρησιμοποιούν σαν υποκείμενο μέχρι να βρω ένα πιο αποτελεσματικό τρόπο να «στέκομαι» και να υπάρχω χωρίς αυτές.

Φόβος για το αύριο, πόνος από το χθες, ας βρούμε λέξεις για το σήμερα και ας είναι μικρούλικες και μη απειλητικές, αλλά όσο μπορούμε αληθινές.

====================================
emotions/soul #67, from panda@zeus, 1725 chars,
Date: Sun 12/08/96 16:45:16
--------------------------

Ο πρωταγωνιστής σε αυτή την σκηνή, ψάχνοντας σε βιβλία αναζητά λέξεις...
"Πρέπει να βρω την δικιά μου φωνή, τον δικό μου λόγο.
Πρέπει να βρω την λέξη, τις λέξεις.
Το βιβλίο αυτό έχει πάρα πολλές: Ανεξιχνίαστος , ανέξοδος, ανεπαίσθητος, ανεπανόρθωτος, ανεπάρκεια, ανεπαρκής, ανεπαρκώς, ανέπαφος...."

Ο πρωταγωνιστής αναζήτησε το νόημα μέσα στην τυχαιότητα της σελίδας του λεξικού που άνοιξε.
"Η σειρά είναι αλφαβητική, αλλά γιατί να τύχω σε αυτήν εδώ τη σελίδα?"

Θαρρείς και το βιβλίο προσπαθούσε κάτι να του πει, ανέξοδος, ανεπαίσθητος, ανεπαρκής.
Ξαφνικά ταυτίστηκε με τις λέξεις. Τις σήκωσε μία μία ψηλά σαν σημαίες. Φώναζε στους θεατές, μη φανταστείτε κανένα πλήθος, μόνος στην σκηνή αλλά μέσα στο παραλήρημα του το κοινό ήταν εκεί...
Ο πρωταγωνιστής ήταν χαρούμενος. Με τις δανεισμένες από το βιβλίο λέξεις μπορούσε να μιλάει, εκσφενδονίζοντας τις δεξιά και αριστερά. Η αυλαία δεν έπεσε, αλλά μια λέξη εξοστρακίστηκε στο μπρούτζινο κηροπήγιο και χτύπησε τον νεαρό της ιστορίας μας στο πρόσωπο. Σαστισμένος σιώπησε και άρχισε να παρατηρεί τα αντικείμενα γύρω του. Το κηροπήγιο, το ανοιχτό βιβλίο, την ξύλινη σκηνή, τις καρέκλες με τους φανταστικούς θεατές, τις λέξεις που είχαν ακόμα απομείνει στον αέρα, οντότητες ξεχωριστές από αυτόν, που εύκολα ήταν και αφέντης και σκλάβος τους μαζί.
Έσβησε το κηροπήγιο και απόμεινε μόνος. Για λίγο ακόμα ένιωθε τις ελαφρές αναταράξεις του αέρα, και άκουγε τον χαρακτηριστικό θόρυβο, σαν θρόισμα, των γραμμάτων που πέταγαν σε σχηματισμό...
Αποφάσισε να αρθρώσει τον δικό του λόγο και ψηλαφώντας στο σκοτάδι βρήκε το βιβλίο και το πέταξε στο κοινό με οργή.
Λεπτά σιωπής, ώρες σιωπής, μέρες.....
Ο επόμενος ήχος που ακούστηκε ήταν το κλάμα ενός μωρού.....

Monday, June 20, 2011

Ακολουθώντας τις σοφές οδηγίες του πατέρα

Michael Ende - Καθρέφτης μέσα στον καθρέφτη

"Ακολουθώντας τις σοφές οδηγίες του πατέρα και δασκάλου του ο γιος κατάφερε επιτέλους να πραγματοποιήσει τα όνειρα του και να αποκτήσει φτερούγες. Για χρόνια πολλά δούλευε σκληρά με τη φαντασία του κι έδινε μορφή στο ένα πούπουλο μετά το άλλο, στο ένα κοκαλάκι μετά το άλλο, στα νεύρα και στους μυς. Είχε καταφέρει να φτερώσουν οι φτερούγες του ακριβώς στο σωστό σημείο πίσω από τους ώμους του (κι ήταν πολύ δύσκολο να δει με τα μάτια της φαντασίας την ίδια του την πλάτη).
Είχε μάθει σιγά-σιγά να τις κινεί όπως έπρεπε. Παρόλο που ήταν μια σκληρή δοκιμασία για την υπομονή του, συνέχισε να εξασκείται, ώσπου μετά από αναρίθμητες αποτυχημένες προσπάθειες κατάφερε για πρώτη φορά να υψωθεί για μια στιγμή μονάχα στον αέρα.. Ύστερα όμως απέκτησε εμπιστοσύνη στη δουλειά του, χάρη στο σταθερό συνδυασμό φιλίας και αυστηρότητας με την οποία τον καθοδηγούσε ο πατέρας του. Με το πέρασμα του χρόνου συνήθισε τόσο πολύ της φτερούγες του, που τις θεωρούσε πια αναπόσπαστο μέλος του σώματός του κι ένιωθε και μ’ αυτές τον πόνο και την ευχαρίστηση. Στην αρχή χρειάστηκε να σβήσει από την μνήμη του όλα τα χρόνια που είχε ζήσει χωρίς φτερούγες. Πίστεψε ότι γεννήθηκε μ’ αυτές, όπως και με τα μάτια ή τα χέρια του. Ήταν πια έτοιμος.
Δεν ήταν καθόλου μα καθόλου απαγορευμένο να φύγει κανείς από την Πόλη του Λαβυρίνθου. Αντίθετα, όποιος τα κατάφερνε, περνούσε για ήρωας , για Ευλογημένος και την ιστορία του διηγιόνταν για καιρό. Η εκπληκτική αυτή τύχη, όμως, προοριζόταν αποκλείστηκα για τους Ευτυχισμένους. Οι νόμοι που ρύθμιζαν τη ζωή των κατοίκων του Λαβυρίνθου ήταν παράδοξοι, αλλά δεν μπορούσαν να αλλάξουν με τίποτα. Ένας από τους πιο σημαντικούς ήταν ο εξής: Μόνο όποιος εγκαταλείπει το Λαβύρινθο, μπορεί να γίνει ευτυχισμένος, ωστόσο μόνο ο ευτυχισμένος καταφέρνει να ξεφύγει από το Λαβύρινθο. Αλλά οι ευτυχισμένοι ήταν πολύ σπάνιοι, ίσως ένας-δύο κάθε χίλια χρόνια.
Όποιος αποφάσιζε να τολμήσει, έπρεπε πρώτα να υποβληθεί σε μια τρομερή δοκιμασία. Αν αποτύχαινε, δεν θα τιμωρούσαν τον ίδιο, αλλά το δάσκαλό του, κι τιμωρία ήταν σκληρή και φοβερή. Το πρόσωπο του πατέρα του είχε σοβαρέψει πολύ όταν του είπε: «Οι φτερούγες αυτές μπορούν να σηκώσουν μόνο όποιον είναι ελαφρύς. Και μόνο η ευτυχία σε κάνει ανάλαφρο». Στη συνέχεια τον κοίταξε για ώρα πολύ το γιο του εξεταστικά και τέλος τον ρώτησε: «Είσαι ευτυχισμένος;»
«Ναι πατέρα, είμαι ευτυχισμένος», ήταν η απάντηση του. Ω, αν αυτό ήταν όλο τότε δεν κινδύνευε! Ήταν τόσο ευτυχισμένος, που πίστευε ότι θα μπορούσε να πετάξει και χωρίς φτερούγες. Γιατί αγαπούσε. Αγαπούσε μ’ όλη τη θέρμη και τον ενθουσιασμό της νεαρής καρδίας του, αγαπούσε χωρίς όρους και φραγμούς, χωρίς τη σκιά της παραμικρής αμφιβολίας. Και ήξερε ότι η αγάπη του εύρισκε την ίδια ανταπόκριση. Ήξερε ότι η αγαπημένη του τον περίμενε. Το βράδυ, μετά τη δοκιμασία, μετά την επιτυχία, θα πήγαινε στο ανοιχτογάλαζο δωμάτιο της. Τότε θα την έπαιρνε στην αγκαλιά του, ανάλαφρη σαν φεγγαραχτίδα, κι αιώνια αγκαλιασμένοι θα υψωνόταν πάνω απ΄ την πόλη, θα άφηναν πίσω τους τα τοίχοι της σαν να ήταν παιχνιδάκι που δεν ήταν πια για αυτούς, και θα πετούσαν σ’ άλλες πολιτείες. Πάνω από δάση κι έρημους, πάνω από βουνά και θάλασσες, όλο και πιο μακριά, μέχρι τα πέρατα του κόσμου.
Ήταν ολόγυμνος, δε φορούσε τίποτα παρά μόνο ένα ψαράδικο δίχτυ, που σερνόταν πίσω του σα μακριά ουρά στους δρόμους και στα σοκάκια, στους διαδρόμους και στα δωμάτια. Έτσι ήταν το τελετουργικό σ’ αυτή την τελευταία αποφασιστική δοκιμασία. Ήταν βέβαιος ότι θα τα κατάφερνε, ότι θα απαντούσε στην ερώτηση που θα του έκαναν, παρόλο που ακόμα δεν την ήξερε. Ήξερε μόνο ότι η ερώτηση ήταν ειδικά διατυπωμένη για τον κάθε υποψήφιο, κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του. Κι έτσι καμιά δεν έμοιαζε ποτέ με τις άλλες. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι το πρόβλημα ήταν ακριβώς αυτό: να γνωρίζει κανείς τόσο καλά τον εαυτό του, ώστε να μπορεί να καταλάβει ποια θα ήταν η ερώτηση που τον αφορούσε. Η μοναδική αυστηρή εντολή, στην οποία ήταν αναγκασμένος να υπακούσει, ήταν πως δεν έπρεπε για κανένα απολύτως λόγο να περάσει την πόρτα της αγαπημένης του, όσο θα κρατούσε η δοκιμασία, πριν δηλαδή από τη δύση του ήλιου. Σ’ αυτή την περίπτωση θα τον απέκλειαν αμέσως, χωρίς δεύτερη συζήτηση.
Χαμογέλασε νοερά καθώς θυμήθηκε το αυστηρό, σχεδόν θυμωμένο πρόσωπο του σεβαστού και καλόκαρδου πατέρα του, όταν του μίλησε γι΄ αυτή την απαγόρευση. Και να σκεφτεί κανείς ότι δεν ένιωθε ούτε τον παραμικρό πειρασμό να την παραβεί. Αν αυτό ήταν όλο, τότε δεν κινδύνευε. Σ’ αυτό το θέμα ήταν ξέγνοιαστος. Κατά βάθος μάλιστα δεν καταλάβαινε όλες αυτές τις ιστορίες, όπου κάποιος ένιωθε την ακατάσχετη επιθυμία να παρακούσει μια τέτοια εντολή, καταστρέφοντας στο τέλος τα πάντα.
Περιπλανώμενος στα μπερδεμένα δρομάκια και στα κτίρια της Πόλης του Λαβυρίνθου είχε περάσει πολλές φορές από το πυργωτό οικοδόμημα, στο τελευταίο πάτωμα του οποίου κατοικούσε η αγαπημένη του. Δυο φορές μάλιστα είχε περάσει ακριβώς μπροστά από την πόρτα της, που είχε το νούμερο 401. Και κάθε φορά συνέχιζε το δρόμο του χωρίς να σταματήσει καν. Δεν μπορεί λοιπόν να ήταν αυτή η πραγματική δοκιμασία. Κάτι τέτοιο παραήταν απλό.
Όπου και να πήγαινε, συναντούσε δυστυχισμένους, που τον κοίταζαν με θαυμασμό, με ζήλια, με φθόνο. Πολλούς από αυτούς τους γνώριζε από παλιά, παρόλο που τέτοιες συναντήσεις ήταν αδύνατο να τις προγραμματίσει κανείς. Στην Πόλη του Λαβυρίνθου άλλαζαν γρήγορα οι θέσεις των σπιτιών και των δρόμων, με τέτοιο τρόπο ώστε κανείς δεν κανόνιζε να συναντηθεί κάπου με κάποιον άλλον. Όλες οι συναντήσεις πραγματοποιούνταν τυχαία ή μοιραία, ανάλογα πως το έβλεπε κανείς.
Κάποια στιγμή ο γιος ένιωσε ότι το δίχτυ που έσερνε πίσω του, πιάστηκε κάπου και γύρισε να δει. Ένας κουτσός ζητιάνος, καθισμένος στην εσοχή μιας πόρτας, είχε μπλέξει το δεκανίκι του στις τρύπες του διχτυού του.
«Τι κάνεις εκεί;» τον ρώτησε.
«Λυπήσου με!», απάντησε ο ζητιάνος με ικετευτική φωνή.
«Αυτό που θέλω από εσένα δεν είναι τίποτα, για μένα όμως σημαίνει πάρα πολλά. Είσαι ένας ευτυχισμένος και θα ξεφύγεις από δω μέσα. Εγώ όμως θα μείνω για πάντα εδώ, γιατί δεν πρόκειται ποτέ να γίνω ευτυχισμένος. Γι’ αυτό σε ικετεύω, πάρε τουλάχιστον λίγη από τη δυστυχία μου μαζί σου. Έτσι θα λυτρωθεί κι ένα ελάχιστο κομματάκι του εαυτού μου. Κι αυτό θα είναι μεγάλη παρηγοριά για εμένα».
Οι ευτυχισμένοι σπάνια είναι σκληρόκαρδοι, λυπούνται τους άλλους και θέλουν να δώσουν σ’ όλους από το περίσσευμα τις ευφορίας τους.
«Εντάξει», είπε ο γιος, «χαίρομαι που μπορώ να σου κάνω χάρη με τόσο λίγα».
Στην άλλη κιόλας γωνιά έπεσε σε μια κακόμοιρη μάνα, ντυμένη με κουρέλια, με τρία πεινασμένα παιδιά.
«Τη χάρη που έκανες σε αυτόν εκεί, δε θα την αρνηθείς σε μας», του είπε με φωνή όλο μίσος.
Κι έδεσε ένα μικρό σιδερένιο σταυρουδάκι στο δίχτυ του. Από τι στιγμή αυτή και πέρα το δίχτυ του γινόταν όλο και πιο βαρύ. Οι δυστυχισμένοι ήταν αναρίθμητοι στην Πόλη του Λαβυρίνθου κι ο καθένας που συναντούσε το γιο, του ‘δενε κάτι δικό του στο δίχτυ: άλλος παπούτσι, άλλος κόσμημα, έναν τσίγκινο κουβά, ένα σακούλι με χρήματα, κάποιο ρούχο ή μια βαριά σιδερένια σόμπα, ένα κομπολόι, ένα ψόφιο ζώο, ένα εργαλείο και τέλος ακόμα και ένα πορτόφυλλο. Το σούρουπο πλησίαζε και μαζί του και το τέλος της δοκιμασίας. Ο γιος βάδιζε σκυφτός, βήμα με βήμα, καταβάλλοντας τεράστιες προσπάθειες, λες και πολεμούσε να προχωρήσει ενάντια στη θύελλα. Το πρόσωπό του ήταν λουσμένο στον ιδρώτα, αλλά ή ελπίδα συνέχιζε να λάμπει στα μάτια του, γιατί τώρα πίστευε ότι είχε καταλάβει πια ακριβώς ήταν η δοκιμασία του. Κι ένιωθε αρκετά δυνατός να την φέρει σε πέρας.
Ύστερα σκοτείνιασε κι όμως κανείς δεν ήρθε να του πει να σταματήσει κι ότι ήταν πια αρκετά. Κουβαλώντας το τεράστιο βάρος του βρέθηκε χωρίς να το καταλάβει στην ταράτσα του κτιρίου που κατοικούσε η αγαπημένη του. Δεν είχε προσέξει ποτέ του τη θέα από αυτή την ταράτσα. Ήταν μια όμορφη παραλία, που μπορεί όμως να μην ήταν εκεί προηγούμενος. Ανήσυχος είδε τον ήλιο να χάνεται πίσω από το βαρύ ορίζοντα.
Στην ακτή είδε τέσσερις ευτυχισμένους, ίδιους με αυτόν κι άκουσε μια φωνή να τους ανακοινώνει ότι ήταν ελεύθεροι , παρόλο που δεν μπορούσε να δει αυτόν που μιλούσε. Φώναξε με όλη του τη δύναμη ότι τον είχαν ξεχάσει, αλλά κανείς δεν του ‘δωσε σημασία.
Με τρεμάμενα χέρια προσπάθησε να απαλλαγεί από το δίχτυ, αλλά δεν κατάφερε να το ξεκολλήσει από πάνω του. Φώναζε και ξαναφώναζε τον πατέρα του τώρα για να έρθει να τον βοηθήσει, κι έσκυβε όσο μπορούσε έξω από το στηθαίο.
Στο τελευταίο φως της μέρας που αργόσβηνε, είδε την αγαπημένη του εκεί κάτω ντυμένη στα μαύρα. Κάποιος την οδηγούσε έξω από την πόρτα, όπου την περίμενε μια μαύρη άμαξα. Στη στέγη αυτής της άμαξας ήταν ζωγραφισμένο όλο θλίψη και απελπισία, το πρόσωπο του πατέρα του. Η αγαπημένη του ανέβηκε και η άμαξα απομακρύνθηκε, ώσπου χάθηκε στο σκοτάδι.
Τη στιγμή αυτή ο γιος κατάλαβε ότι η δοκιμασία του ήταν ακριβώς να φανεί ανυπάκουος, κι ότι είχε αποτύχει. Ένιωσε τις ονειροπλασμένες φτερούγες του να μαραίνονται και να πέφτουν από πάνω του, σαν να ήταν φθινοπωρινά φύλλα, και ήξερε ότι ποτέ πια δεν επρόκειτο να πετάξει, ότι δεν θα γινόταν ποτέ ξανά ευτυχισμένος, κι ότι όσο κρατούσε η ζωή του, θα ‘μενε φυλακισμένος στο Λαβύρινθο.
Τώρα πια εδώ ήταν η θέση του. "

Sunday, June 19, 2011

Τέλος εποχής...

Έχουν περάσει κάποια χρόνια από τότε. Δεν έχω αποφασίσει ακόμη σε πιο βαθμό αλλάζουν οι εποχές ή εγώ.
Δε νιώθω να έχω αλλάξει στον «πυρήνα» , αλλά σίγουρα έχω φτιάξει πολλά μονοπάτια «συντόμευσης».
Άλλοι τα λένε εμπειρία, άλλοι προκατάληψη.
Αυτές τις μέρες φαίνεται να πλησιάζει άλλο ένα σημείο καμπής, ένα τέλος χωρίς ξεκάθαρο και «ορατό» μέλλον.
Προσπαθώ να αναλύσω τη δυσοίωνη αβεβαιότητα, δύσκολο πράγμα σε χαοτικά συστήματα σαν αυτό.
Πάντως φαίνεται να υπάρχει ελπίδα όσο πεταλούδες συνεχίζουν να κουνάνε τα φτερά τους.

====================================
emotions/soul #138, from panda@zeus, 819 chars,
Date: Thu 02/20/97 10:49:39
There is/are comment(s) on this message.
--------------------------

Ήταν το τέλος μιας εποχής, με όλη την αγωνία που έχει κάθε τέλος.

Η κυριαρχία της βαρβαρότητας αν είσαι από την μεριά των αιώνια νοσταλγών, ο Θρίαμβος του πολιτισμού και της εξέλιξης αν είσαι από τους άλλους, μια και ποτέ στην ζωή μου δεν βρέθηκα σε μέρος, που να μην υπάρχουν αυτοί και εκείνοι, εμείς και οι άλλοι, και σίγουρα με αυτό το παράπονο θα πάω.

"it was the best of times...it was the worst of times...."

O ήλιος λάμπει απάνω μου, το τσιγάρο στο στόμα, με μαύρα γυαλιά μπροστά από μια οθόνη σε ένα σύγχρονο film noir...
Who needs reality anyway....
Οι Pink Floyd μέσα από sound blaster ......

"sleepy time in my life with love by my side, she"s breathing low, and the canderlight dies...."

Σε λίγο το τηλέφωνο θα διαλύσει τη στιγμή, και κάποιος θα μπει στο δωμάτιο με τα κουτιά....

aurevoir....

P.

Thursday, June 16, 2011

η σιωπή...

Τι να πει κανείς και σε πια γλώσσα να μιλήσει.
Καλύτερα η σιωπή, τα φώτα της πόλης και το πέπλο της λήθης που επιστρέφει

......

"ΣΥΓΧΩΡΕΣΕ ΜΕ. ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΜΙΛΗΣΩ ΠΙΟ ΔΥΝΑΤΑ.

Δεν ξέρω πότε θα θ'ακούσεις εσύ, που σ'εσένα μιλάω.
Και θα μ'ακούσεις άραγε ποτέ;
Τ'ονομά μου είναι Χόρ.
Σε παρακαλώ πλησίασε τ'αυτί σου στο στόμα μου, όσο μακρυά κι'αν βρίσκεσαι, τώρα ή πάντα. Ειδάλλως δεν θα μπορέσω να σου δώσω να με καταλάβεις. Κι αν ακόμα δεχθείς την παράκλησή μου, να έρθεις πως και πάλι θα είναι πολλά αυτά που δεν θα μπορέσω να σου πω. Κι αυτά θα πρέπει να τα καταλάβεις μονάχος σου. Να τα ολοκληρώσεις. Χρειάζομαι τη δική σου φωνή εκεί που η δική μου δεν φτάνει. Η αδυναμία αυτή οφείλεται ίσως στον τρόπο που ζει ο Χορ και στο μέρος που κατοικεί. Γιατί από τότε που μπορεί να θυμηθεί τον εαυτό του μένει σε ένα τεράστιο, εντελώς αδειανό κτήριο, όπου κάθε λέξη ειπωμένη δυνατά προκαλεί μια ατέλειωτη ηχώ.

Από τότε που μπορώ να θυμηθώ τον εαυτό μου. Τι σημαίνει αυτό? Στις καθημερινές του περιπλανήσεις, διασχίζοντας αίθουσες και διαδρόμους, ο Χορ συναντάει πάντοτε τον απόηχο κάποιας ξεχασμένης κραυγής, που απερίσκεπτα είχε αφήσει να του ξεφύγει πριν από χρόνια. Το συναίσθημα που το προκαλούν αυτές οι συναντήσεις με το παρελθόν του είναι οδυνηρό, ιδιαίτερα όταν η λέξη που πέφτει επάνω του έχει χάσει και τη μορφή της και το νόημα της κι έχει αλλοιωθεί σε σημείο που να μην αναγνωρίζεται πια. Ο Χορ αποφεύγει πια τις συναντήσεις με αυτές τις άναρθρες κραυγές.

Έχει μάθει, τις σπάνιες φορές που μιλά, να κρατά τη φωνή του αρκετά χαμηλά ώστε να μην αφήνει ηχώ. Το όριο αυτό βρίσκεται ελάχιστα πιο πάνω από την απόλυτη σιωπή, μιας και αυτό το κτήριο διαθέτει εκπληκτική ακουστική."


…


Michael Ende - The mirror in the mirror (Der Spiegel im Spiegel)
http://en.wikipedia.org/wiki/The_mirror_in_the_mirror

Sunday, June 12, 2011

White whales...

"All that most maddens and torments; all that stirs up the lees of things; all truth with malice in it; all that cracks the sinews and cakes the brain; all the subtle demonisms of life and thought; all evil, to crazy Ahab, were visibly personified, and made practically assailable in Moby Dick.

He piled upon the whale’s white hump the sum of all the general rage and hate felt by his whole race from Adam down; and then, as if his chest had been a mortar, he burst his hot heart’s shell upon it."


- Moby Dick, Herman Melville

"Για τον τρελλό Αχαάβ, ο Μόμπι-Ντικ προσωποποιούσε ολοφάνερα καθετί που τρελαίνει και βασανίζει τον άνθρωπο στο έπακρο, καθετί που βγάζει τα πράγματα από την ησυχία τους, κάθε κακόβουλη αλήθεια, καθετί που κλονίζει το σθένος και σβωλιάζει το μυαλό, κάθε σκοτεινή δαιμονοπιστία της ζωής και του νου, κάθε κακό, κακό που μπορούσε κανείς να το πολεμήσει στην πράξη στο πρόσωπο του Μόμπι-Ντικ. Πάνω στην άσπρη καμπούρα τούτης της φάλαινας σώριασε όση λύσσα και μίσος είχε νιώσει ολόκληρη η φυλή του, από τον Αδάμ και μετά. Και ύστερα, λες και το στήθος του ήταν ολμοβόλο, πυροδότησε την εξαγριωμένη του καρδιά σα βόμβα καταπάνω της."

Herman Melville, Μόμπι-Ντικ ή η Φάλαινα