Δεν έχω βρει ακόμη τις «λέξεις» της εποχής. Χάνομαι ανάμεσα στη μουσική και στους στοίχους.
Ξέρω ότι έχω όρεξη να ξαναρχίσω να ψάχνω, να βλέπω , να παρατηρώ και να παρατηρούμαι χωρίς συγκεκριμένο στόχο , όρους και προϋποθέσεις. Να παρατηρούμε όχι απαραίτητα σαν πρωταγωνιστής αλλά ακόμη και σαν μέρος του περιβάλλοντος θορύβου, κάτι ανάμεσα στο μηδέν και το άπειρο. Μου αρκεί πλέον ακόμη και κάτι μικρό και πεπερασμένο, αρκεί να είναι ειλικρινές και αυθεντικό.
Είναι βέβαιο ότι δε θα ξαναγεννηθώ. Αυτό μπορώ μόνο να το φαντάζομαι σε στιγμές άυπνης ονειροφαντασίας.
Είναι σχεδόν βέβαιο ότι δε θα ξαναπαρασυρθώ τελείως από τις «λέξεις» όσο και αν τελικά τις έχω ανάγκη και τις «αγαπώ». Θα τις αφήνω περιστασιακά να με χρησιμοποιούν σαν υποκείμενο μέχρι να βρω ένα πιο αποτελεσματικό τρόπο να «στέκομαι» και να υπάρχω χωρίς αυτές.
Φόβος για το αύριο, πόνος από το χθες, ας βρούμε λέξεις για το σήμερα και ας είναι μικρούλικες και μη απειλητικές, αλλά όσο μπορούμε αληθινές.
====================================
emotions/soul #67, from panda@zeus, 1725 chars,
Date: Sun 12/08/96 16:45:16
--------------------------
Ο πρωταγωνιστής σε αυτή την σκηνή, ψάχνοντας σε βιβλία αναζητά λέξεις...
"Πρέπει να βρω την δικιά μου φωνή, τον δικό μου λόγο.
Πρέπει να βρω την λέξη, τις λέξεις.
Το βιβλίο αυτό έχει πάρα πολλές: Ανεξιχνίαστος , ανέξοδος, ανεπαίσθητος, ανεπανόρθωτος, ανεπάρκεια, ανεπαρκής, ανεπαρκώς, ανέπαφος...."
Ο πρωταγωνιστής αναζήτησε το νόημα μέσα στην τυχαιότητα της σελίδας του λεξικού που άνοιξε.
"Η σειρά είναι αλφαβητική, αλλά γιατί να τύχω σε αυτήν εδώ τη σελίδα?"
Θαρρείς και το βιβλίο προσπαθούσε κάτι να του πει, ανέξοδος, ανεπαίσθητος, ανεπαρκής.
Ξαφνικά ταυτίστηκε με τις λέξεις. Τις σήκωσε μία μία ψηλά σαν σημαίες. Φώναζε στους θεατές, μη φανταστείτε κανένα πλήθος, μόνος στην σκηνή αλλά μέσα στο παραλήρημα του το κοινό ήταν εκεί...
Ο πρωταγωνιστής ήταν χαρούμενος. Με τις δανεισμένες από το βιβλίο λέξεις μπορούσε να μιλάει, εκσφενδονίζοντας τις δεξιά και αριστερά. Η αυλαία δεν έπεσε, αλλά μια λέξη εξοστρακίστηκε στο μπρούτζινο κηροπήγιο και χτύπησε τον νεαρό της ιστορίας μας στο πρόσωπο. Σαστισμένος σιώπησε και άρχισε να παρατηρεί τα αντικείμενα γύρω του. Το κηροπήγιο, το ανοιχτό βιβλίο, την ξύλινη σκηνή, τις καρέκλες με τους φανταστικούς θεατές, τις λέξεις που είχαν ακόμα απομείνει στον αέρα, οντότητες ξεχωριστές από αυτόν, που εύκολα ήταν και αφέντης και σκλάβος τους μαζί.
Έσβησε το κηροπήγιο και απόμεινε μόνος. Για λίγο ακόμα ένιωθε τις ελαφρές αναταράξεις του αέρα, και άκουγε τον χαρακτηριστικό θόρυβο, σαν θρόισμα, των γραμμάτων που πέταγαν σε σχηματισμό...
Αποφάσισε να αρθρώσει τον δικό του λόγο και ψηλαφώντας στο σκοτάδι βρήκε το βιβλίο και το πέταξε στο κοινό με οργή.
Λεπτά σιωπής, ώρες σιωπής, μέρες.....
Ο επόμενος ήχος που ακούστηκε ήταν το κλάμα ενός μωρού.....
No comments:
Post a Comment