Wednesday, April 8, 2026

Η μουσική και η σιωπή

Οκ, ούτε τότε έγραφα σε χαρτί , αλλά ποιητική αδεία …. 

11 Μαρτίου 2001

"Ας βάλω λίγη Μουσική να παίξει :)" 

Δεν ξέρω τι να πω. Θα ήταν πιο εύκολο να σας αφήσω να ακούσετε κάτι. Ο ήχος δεν αποτυπώνεται στο χαρτί όμως (με εξαίρεση τις απεικονιστικές συμβάσεις που λέγονται παρτιτούρες). Ο μόνος ήχος που μπορώ να σας δώσω είναι αυτός του χαρτιού που φτιάχνετε και τσαλακώνεται ανάμεσα στα δάχτυλά σας. Και αυτόν δεν σας τον δίνω εγώ. Μόνοι σας τον φτιάχνετε και τον ακούτε ή συνήθως δεν τον ακούτε, δεν τον ακούμε δηλαδή·  είναι χαζό να ξεχωρίζω τον εαυτό μου.

Και τι σημαντικό υπάρχει άλλωστε εκεί, και ποιος τέλος πάντων είναι ο λόγος ένας τέτοιος ήχος να γίνεται αντιληπτός; Δεν είναι δα και μουσική, ένας απλός ήχος καθημερινότητας είναι. Ένας από τους πολλούς ήχους που καθημερινά μας εκνευρίζουν ή μας ηρεμούν, μας καταπιέζουν ή μας απελευθερώνουν και ποικίλουν από το χτύπημα σφυριού του καινούργιου μας γείτονα, που αποφάσισε ο άθλιος να ομορφύνει τον τοίχο του σε βάρος μας, μέχρι την διακριτική μιλιά μιας κιθάρας συνοδευόμενη από την γλυκιά ανάμνηση του βραδιού εκείνου, που ο ήχος αυτός τόσο κοντά μας έφερε.

Τι μπορεί να πει κανείς, η ερμηνεία να δώσει στην υποκειμενικότητα των αισθήσεων μας. Η απάντηση ή μάλλον, η μη απάντηση σε αυτή την ερώτηση αυτή είναι ότι δεν χρειάζεται ερμηνεία. Αρκεί η αίσθηση, που σε άλλες μορφές της ονομάζετε αισθητική ή ακόμα και τέχνη.

Για να καταλήξουμε κάπου λοιπόν, η μουσική είναι η τέχνη των ήχων, και αν θέλετε και την γνώμη μου, η τέχνη βρίσκεται εκεί που ο καθένας την βλέπει. Ακόμα και στο χτύπημα του σφυριού λοιπόν, που εκτός από την έμμεση τέχνη του πίνακα που θα κρεμαστεί εκεί, υπάρχει και η άμεση, αν και συνήθως ενοχλητική, τέχνη του σφυριού με τους ήχους και τις συνέπειες που αυτοί προκαλούν.

Τραβηγμένο θα μου πείτε, όμως καμιά φορά κάτι βγαίνει και από την υπερβολή. Και σ' αυτή την περίπτωση εγώ νομίζω ότι βγαίνουν πολλά, και είναι σίγουρο ότι βγαίνουν εφ' όσον βγαίνουν για μένα. Όχι, δεν κατέχω εγώ κάποιο περίεργο και καλά κρυμμένο μυστικό. Το μόνο που κατέχω είναι ότι εφόσον δεν θεωρώ τον εαυτό μου καλύτερο από τους άλλους, και δεν έχω βάσιμους λόγους να τον θεωρώ και χειρότερο, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι όλοι έχουμε δικαίωμα στην άποψη, όσο και αν καμία φορά αυτό ενοχλεί.

Έκφραση λοιπόν, ανάγκη και δικαίωμα, με όποιο κώδικα και αν διαλέξει κανείς. Είτε είναι ο λόγος και η γλώσσα, είτε είναι η ζωγραφική, είτε είναι η μουσική, είτε είναι και η σιωπή η ίδια, που σαν επιλογή ή ακόμα και ανεπάρκεια, λέει καμιά φορά περισσότερα.

Πως να μιλήσεις λοιπόν, με την γενικότερη έννοια και όχι μόνο με αυτή του λόγου. Πως να ακούσεις κιόλας μια και ούτε καν αυτό πια είναι εύκολο. Πως να μοιραστείς αλλά και να μοιράσεις πράγματα προσωπικά. Πως, τελικά, να μην είσαι μόνος.

Ας βάλω λίγη μουσική να παίξει γιατί η κουβέντα έγινε βαριά.

Περίεργο αλλά για 'μένα η μουσική απαντά σε τέτοια ερωτήματα. Όχι ολοκληρωτικά, αλλά απαντάει, πάντα με τον τρόπο της, και άσχετα με τον δημιουργό και σε τελική ανάλυση, τον άνθρωπο ή τους ανθρώπους που κρύβονται πίσω της.

Δεν με ενδιαφέρει τι θέλει να πει, ο εκάστοτε μουσικός, τραγουδιστής ή κάθε λογής καλλιτέχνης. Δεν με νοιάζει πόσο αληθινά και αυθεντικά είναι τα τραγούδια του ή το πως και αν ο ίδιος τα βιώνει. Δεν με αφορά το κάθε λογής μάρκετινγκ, ούτε το λεγόμενο σταρ-σύστεμ με τα χιλιάδες παρακλάδια του. Το μόνο που τελικά με αφορά είναι το πως αισθάνομαι εγώ ο ίδιος και το ζητούμενο για μένα είναι να το κάνω αυτό όσο πιο συνειδητό και ξεκάθαρο γίνεται. Είναι άλλωστε άποψη μου, ότι η μουσική όπως και κάθε «τέχνη» έχει την δύναμη και την ομορφιά να ξεπερνάει τους λειτουργούς της.

Ένας κώδικας πιο ελαστικός, μια γλώσσα πιο πλούσια, ένας τρόπος του να μοιράζω και να μοιράζομαι πράγματα, σαν απλός ακροατής ή σαν ερασιτέχνης μουσικός ο ίδιος, όλα αυτά αισθάνομαι ότι μου τα προσφέρει η μουσική. Και δεν τα προσφέρει εύκολα μα ούτε εγώ ο ίδιος θα το ήθελα. Άλλωστε ακόμα μια άποψη μου είναι ότι όσο περισσότερο προχωράς σε κάτι, τόσο περισσότερο συνειδητοποιείς την ανεπάρκειά σου.

Αυτό τελικά όσο βαρύγδουπο και να ακούγεται είναι και το μεγάλο κέρδος καθώς και η δύναμη για να συνεχίσεις να προχωράς. Η τουλάχιστον αυτό θα ήθελα να είναι...

(Άποψη μου πάντα...)


Saturday, March 2, 2024


 


My heart is fullMy heart is wideThe saddest songs are playedOn the strings of my heart

Friday, December 20, 2019

The mirror in the mirror (Der Spiegel im Spiegel)



Πάντα το θεωρούσα σπάνιο βιβλίο, αλλά πλέον είναι και κυριολεκτικά.
Θεωρώ κρίμα να «χαθεί» οπότε, ξεκινάμε ! 







Michael Ende
Καθρέφτης μέσα στον Καθρέφτη





ΣΥΓΧΩΡΕΣΕ ΜΕ. ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΜΙΛΗΣΩ ΠΙΟ ΔΥΝΑΤΑ.

Δεν ξέρω πότε θα μ ‘ακούσεις εσύ, που σ ‘εσένα μιλάω.
Και θα μ ‘ακούσεις άραγε ποτέ;
Τ ‘όνομά μου είναι Χορ.

Σε παρακαλώ πλησίασε τ ‘αυτί σου στο στόμα μου, όσο μακριά κι ‘αν βρίσκεσαι, τώρα ή πάντα. Ειδάλλως δεν θα μπορέσω να σου δώσω να με καταλάβεις. Κι αν ακόμα δεχθείς την παράκλησή μου, να έρθεις πως και πάλι θα είναι πολλά αυτά που δεν θα μπορέσω να σου πω. Κι αυτά θα πρέπει να τα καταλάβεις μονάχος σου. Να τα ολοκληρώσεις. Χρειάζομαι τη δική σου φωνή εκεί που η δική μου δεν φτάνει. Η αδυναμία αυτή οφείλεται ίσως στον τρόπο που ζει ο Χορ και στο μέρος που κατοικεί. Γιατί από τότε που μπορεί να θυμηθεί τον εαυτό του μένει σε ένα τεράστιο, εντελώς αδειανό κτήριο, όπου κάθε λέξη ειπωμένη δυνατά προκαλεί μια ατέλειωτη ηχώ.
Από τότε που μπορώ να θυμηθώ τον εαυτό μου. Τι σημαίνει αυτό? Στις καθημερινές του περιπλανήσεις, διασχίζοντας αίθουσες και διαδρόμους, ο Χορ συναντάει πάντοτε τον απόηχο κάποιας ξεχασμένης κραυγής, που απερίσκεπτα είχε αφήσει να του ξεφύγει πριν από χρόνια. Το συναίσθημα που το προκαλούν αυτές οι συναντήσεις με το παρελθόν του είναι οδυνηρό, ιδιαίτερα όταν η λέξη που πέφτει επάνω του έχει χάσει και τη μορφή της και το νόημα της κι έχει αλλοιωθεί σε σημείο που να μην αναγνωρίζεται πια. Ο Χορ αποφεύγει πια τις συναντήσεις με αυτές τις άναρθρες κραυγές.

Έχει μάθει, τις σπάνιες φορές που μιλά, να κρατά τη φωνή του αρκετά χαμηλά ώστε να μην αφήνει ηχώ. Το όριο αυτό βρίσκεται ελάχιστα πιο πάνω από την απόλυτη σιωπή, μιας και αυτό το κτήριο διαθέτει εκπληκτική ακουστική.
Ξέρω ότι ζητάω πολλά, αλλά θα χρειαστεί να κρατήσεις ακόμα και την αναπνοή σου, αν θέλεις να ακούσεις τα λόγια του Χορ. Οι φωνητικές χορδές του έχουν παραμορφωθεί από τη μακροχρόνια σιωπή. Ο Χορ δε θα μπορέσει να σου μιλήσει πιο καθαρά από κείνες τις φωνές που ακούς λίγο πριν σε πάρει ο ύπνος. Κι εσύ θα πρέπει να κρατήσεις την ισορροπία σου ανάμεσα στον ύπνο και στον ξύπνιο, μια ισορροπία εξαιρετικά ευαίσθητη. Ειδάλως θα βρεθείς εκεί που το Πάνω και το Κάτω σημαίνουν το ίδιο πράγμα.
                Το όνομά μου είναι Χορ.
                Θα ήταν καλύτερα αν έλεγα : Λέγομαι Χορ. Γιατί ποιος άλλος εκτός από μένα με έχει φωνάξει ποτέ με το όνομά μου?
                Ανέφερα ήδη ότι το σπίτι είναι άδειο? Εννοώ εντελώς άδειο. Ο Χορ κουβαριάζεται σε μια γωνιά για να κοιμηθεί ή ξαπλώνει όπου βρίσκεται, ακόμη και στη μέση κάποιας αίθουσας αν οι τοίχοι της είναι πολύ μακριά.
                Ο Χορ δεν έχει έγνοιες για το φαγητό του. Το υλικό από το οποίο αποτελούνται οι τοίχοι και οι κολόνες, είναι φαγώσιμο, φαγώσιμο τουλάχιστον για αυτόν. Είναι μια κιτρινωπή, ελαφρά διάφανη ουσία, που χορταίνει την πείνα και δροσίζει την δίψα. Κι εξάλλου, οι ανάγκες του Χορ σε αυτό τον τομέα είναι πολύ περιορισμένες. Το πέρασμα του χρόνου δε σημαίνει τίποτα γι’ αυτόν. Δεν έχει τη δυνατότητα να μετράει το χρόνο, παρά μόνο τους χτύπους της καρδιάς του. Κι αυτοί όμως είναι πολύ ακανόνιστοι. Ο Χορ δεν ξέρει τη νύχτα και την μέρα, γύρω του βασιλεύει πάντοτε το ίδιο μισόφωτο. Όταν δεν κοιμάται, τριγυρνάει εδώ και εκεί, χωρίς σκοπό. Νιώθει απλά την ανάγκη να τριγυρίζει και, ικανοποιώντας την, διασκεδάζει.
                Μερικές φορές φτάσει σε κάποιο χώρο που του φαίνεται γνωστός, σαν να έχει ξαναβρεθεί εκεί πριν από καιρό. Ωστόσο αυτό συμβαίνει σπάνια. Απ΄ την άλλη πάλι βλέπει συχνά αδιάψευστα σημάδια, που μαρτυρούν ότι έχει περάσει από κάποιο συγκεκριμένο σημείο, μια δαγκωνιά στην άκρη του τοίχου για παράδειγμα, ή ένας μικρός σωρός ξερά περιττώματα. Το μέρος πάντως του φαίνεται το ίδιο ξένο και άγνωστο, όπως και κάθε άλλο μέσα στο κτήριο. Μπορεί οι χώροι να αλλάζουν μορφή κατά τη διάρκεια της απουσίας του Χορ, να μεγαλώνουν, ν’ απλώνονται ή να μικραίνουν. Μπορεί και πάλι να είναι ακριβώς το πέρασμά του που προκαλεί τέτοιες αλλαγές. Κι αυτή η σκέψη δεν του αρέσει καθόλου.
                Προσωπικά αποκλείω την πιθανότητα να μένει και κάποιος άλλος στο κτήριο εκτός από το Χορ. Φυσικά δεν είναι κάτι που μπορώ να αποδείξω. Το κτήριο είναι απέραντο. Μπορεί ναι, μπορεί και όχι. Πολλά δωμάτια έχουν παράθυρα, που όμως βλέπουν σε άλλα δωμάτια, συχνά μεγαλύτερα από τα πρώτα. Παρόλο που η πείρα του τον έχει μάθει να μην ελπίζει σε κάτι τέτοιο, ο Χορ συγκινείται στην ιδέα ότι θα συναντήσει κάποτε τον τελευταίο εξωτερικό τοίχο, τα παράθυρα του οποίου θα του αποκαλύψουν κάτι εντελώς Καινούργιο. Ο Χορ δεν έχει ιδέα τι θα μπορούσε να είναι αυτό το Καινούργιο, αλλά του αρέσει να κάνει διάφορες υποθέσεις με το μυαλό του. Δε θα μπορούσαμε να πούμε ότι λαχταράει να γνωρίσει αυτό το Καινούργιο. Είναι απλά ένα παιχνίδι, μια άσκοπη απαρίθμηση πιθανοτήτων. Στα όνειρα του πάντως ο Χορ είχε την τύχη να απολαύσει τέτοιες στιγμές, χωρίς όμως να μπορεί να θυμηθεί ή να περιγράψει τίποτα μετά το ξύπνημα. Ξέρει μόνο ότι είδε κάτι τέτοιο στον ύπνο του και ξύπνησε με τα μάτια γεμάτα δάκρυα. Ο Χορ δε δίνει ιδιαίτερη σημασία σε αυτά τα συμβάντα, τα αναφέρει μόνο και μόνο επειδή είναι αξιοπερίεργα…
                Χρησιμοποίησα λανθασμένες και ανακριβείς εκφράσεις.  Ο Χορ δεν ονειρεύεται ποτέ, ούτε έχει δικές του αναμνήσεις. Ολόκληρη η ύπαρξή του όμως είναι πλημμυρισμένη από τον τρόμο και την ηδονή εμπειριών, που σαν απροσδόκητες θύμησες  ξαφνιάζουν την ψυχή του. Φυσικά αυτό δε συμβαίνει διαρκώς. Υπάρχουν διαστήματα κατά τα οποία η ψυχή του παραμένει ήρεμη , σαν τον καθρέφτη τη ασάλευτης επιφάνειας του νερού. Υπάρχουν όμως και εποχές που οι εμπειρίες αυτές ρίχνονται πάνω του από όλες τις μεριές, τον πολιορκούν, τον στριμώχνουν, τον χτυπάνε σαν αστραπόβροντα. Κι εκείνος τρέχει σαν κυνηγημένος στους άδειους διαδρόμους, παραπατά , ώσπου σωριάζεται εξαντλημένος, μένει καταγής και παραδίνεται. Γιατί ο Χορ δεν έχει τα μέσα να αμυνθεί.
                Σαν απροσδόκητες θύμησες ξαφνιάζουν την ψυχή του. Έτσι δεν είπα?
                Λέγομαι Χορ.
                Αλλά ποιος είναι αυτός: Εγώ – ο Χορ? Είμαι λοιπόν μόνο ένας? Μήπως είμαι δύο κι έχω τις αναμνήσεις αυτού του άλλου? Μήπως είμαι πολλοί ταυτόχρονα? Κι όλοι αυτοί οι άλλοι, που είναι εγώ, ζουν εκεί έξω, πέρα από τον τελευταίο τοίχο? Αυτοί όλοι θυμούνται τις εμπειρίες τους, έχουν αναμνήσεις? Υπάρχει μέρος για να ζήσουν αυτές οι αναμνήσεις εκεί έξω? Αχ, εδώ μέσα στον κόσμο του Χορ οι αναμνήσεις χωράνε, υπάρχει απλοχωριά, ζούνε με τη ζωή του και τον κατατρώνε χωρίς οίκτο. Μεγαλώνουν μαζί του, σαν να’ταν η ουρά του, που ατελείωτη τον ακολουθεί παντού, στις αίθουσες και στα δωμάτια, μεγαλώνοντας ασταμάτητα.
                Περνάει μήπως κάτι από μένα και σε εσάς εκεί έξω, σε σένα τον ένα ή σε εσάς τους πολλούς, που είστε ενωμένοι μαζί μου σαν τις μέλισσες με τη βασίλισσά τους ? Με νιώθετε μέλη εσείς του διασπαρμένου κορμιού μου ? Ακούτε τα ανήκουστα λόγια μου, τώρα ή και πέρα από το χρόνο? Ψάχνεις για μένα, εσύ, ο άλλος μου εαυτός ? Ψάχνεις το Χορ, που είναι εσύ ο ίδιος ? Αναζητάς τη μνήμη σου, που είναι κοντά μου? Θέλεις να πλησιάσουμε ο ένας τον άλλο, διασχίζοντας τις ατελείωτες αίθουσες σαν να’ταν αστέρια, βήμα με βήμα, εικόνα την εικόνα?
                Και θα συναντηθούμε άραγε ποτέ, κάποια φορά ή έξω από το χρόνο ?
                Και τι θα είμαστε τότε? Δε θα είμαστε πια? Μήπως θ ’αναιρέσουμε ο ένας τον άλλο, όπως το Ναι και το Όχι ?
                Τότε όμως θα δεις και θα καταλάβεις τουλάχιστον ένα πράγμα: Φύλαξα τα πάντα προσεχτικά και ευσυνείδητα.
                Το όνομα μου είναι Χορ.



Ακολουθώντας τις σοφές οδηγίες του πατέρα

Ακολουθώντας τις σοφές οδηγίες του πατέρα και δασκάλου του ο γιος κατάφερε επιτέλους να πραγματοποιήσει τα όνειρα του και να αποκτήσει φτερούγες. Για χρόνια πολλά δούλευε σκληρά με τη φαντασία του κι έδινε μορφή στο ένα πούπουλο μετά το άλλο, στο ένα κοκαλάκι μετά το άλλο, στα νεύρα και στους μυς. Είχε καταφέρει να φτερώσουν οι φτερούγες του ακριβώς στο σωστό σημείο πίσω από τους ώμους του (κι ήταν πολύ δύσκολο να δει με τα μάτια της φαντασίας την ίδια του την πλάτη).
Είχε μάθει σιγά-σιγά να τις κινεί όπως έπρεπε. Παρόλο που ήταν μια σκληρή δοκιμασία για την υπομονή του, συνέχισε να εξασκείται, ώσπου μετά από αναρίθμητες αποτυχημένες προσπάθειες κατάφερε για πρώτη φορά να υψωθεί για μια στιγμή μονάχα στον αέρα.. Ύστερα όμως απέκτησε εμπιστοσύνη στη δουλειά του, χάρη στο σταθερό συνδυασμό φιλίας και αυστηρότητας με την οποία τον καθοδηγούσε ο πατέρας του. Με το πέρασμα του χρόνου συνήθισε τόσο πολύ της φτερούγες του, που τις θεωρούσε πια αναπόσπαστο μέλος του σώματός του κι ένιωθε και μ’ αυτές τον πόνο και την ευχαρίστηση. Στην αρχή χρειάστηκε να σβήσει από την μνήμη του όλα τα χρόνια που είχε ζήσει χωρίς φτερούγες. Πίστεψε ότι γεννήθηκε μ’ αυτές, όπως και με τα μάτια ή τα χέρια του. Ήταν πια έτοιμος.

Δεν ήταν καθόλου μα καθόλου απαγορευμένο να φύγει κανείς από την Πόλη του Λαβυρίνθου. Αντίθετα, όποιος τα κατάφερνε, περνούσε για ήρωας , για Ευλογημένος και την ιστορία του διηγούνταν για καιρό. Η εκπληκτική αυτή τύχη, όμως, προοριζόταν αποκλείστηκα για τους Ευτυχισμένους. Οι νόμοι που ρύθμιζαν τη ζωή των κατοίκων του Λαβυρίνθου ήταν παράδοξοι, αλλά δεν μπορούσαν να αλλάξουν με τίποτα. Ένας από τους πιο σημαντικούς ήταν ο εξής: Μόνο όποιος εγκαταλείπει το Λαβύρινθο, μπορεί να γίνει ευτυχισμένος, ωστόσο μόνο ο ευτυχισμένος καταφέρνει να ξεφύγει από το Λαβύρινθο. Αλλά οι ευτυχισμένοι ήταν πολύ σπάνιοι, ίσως ένας-δύο κάθε χίλια χρόνια.

Όποιος αποφάσιζε να τολμήσει, έπρεπε πρώτα να υποβληθεί σε μια τρομερή δοκιμασία. Αν αποτύχαινε, δεν θα τιμωρούσαν τον ίδιο, αλλά το δάσκαλό του, κι τιμωρία ήταν σκληρή και φοβερή. Το πρόσωπο του πατέρα του είχε σοβαρέψει πολύ όταν του είπε: «Οι φτερούγες αυτές μπορούν να σηκώσουν μόνο όποιον είναι ελαφρύς. Και μόνο η ευτυχία σε κάνει ανάλαφρο». Στη συνέχεια τον κοίταξε για ώρα πολύ το γιο του εξεταστικά και τέλος τον ρώτησε: «Είσαι ευτυχισμένος;»

«Ναι πατέρα, είμαι ευτυχισμένος», ήταν η απάντηση του. Ω, αν αυτό ήταν όλο τότε δεν κινδύνευε! Ήταν τόσο ευτυχισμένος, που πίστευε ότι θα μπορούσε να πετάξει και χωρίς φτερούγες. Γιατί αγαπούσε. Αγαπούσε μ’ όλη τη θέρμη και τον ενθουσιασμό της νεαρής καρδίας του, αγαπούσε χωρίς όρους και φραγμούς, χωρίς τη σκιά της παραμικρής αμφιβολίας. Και ήξερε ότι η αγάπη του εύρισκε την ίδια ανταπόκριση. Ήξερε ότι η αγαπημένη του τον περίμενε. Το βράδυ, μετά τη δοκιμασία, μετά την επιτυχία, θα πήγαινε στο ανοιχτογάλαζο δωμάτιο της. Τότε θα την έπαιρνε στην αγκαλιά του, ανάλαφρη σαν φεγγαραχτίδα, κι αιώνια αγκαλιασμένοι θα υψωνόταν πάνω απ΄ την πόλη, θα άφηναν πίσω τους τα τοίχοι της σαν να ήταν παιχνιδάκι που δεν ήταν πια για αυτούς, και θα πετούσαν σ’ άλλες πολιτείες. Πάνω από δάση κι έρημους, πάνω από βουνά και θάλασσες, όλο και πιο μακριά, μέχρι τα πέρατα του κόσμου.

Ήταν ολόγυμνος, δε φορούσε τίποτα παρά μόνο ένα ψαράδικο δίχτυ, που σερνόταν πίσω του σα μακριά ουρά στους δρόμους και στα σοκάκια, στους διαδρόμους και στα δωμάτια. Έτσι ήταν το τελετουργικό σ’ αυτή την τελευταία αποφασιστική δοκιμασία. Ήταν βέβαιος ότι θα τα κατάφερνε, ότι θα απαντούσε στην ερώτηση που θα του έκαναν, παρόλο που ακόμα δεν την ήξερε. Ήξερε μόνο ότι η ερώτηση ήταν ειδικά διατυπωμένη για τον κάθε υποψήφιο, κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του. Κι έτσι καμιά δεν έμοιαζε ποτέ με τις άλλες. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι το πρόβλημα ήταν ακριβώς αυτό: να γνωρίζει κανείς τόσο καλά τον εαυτό του, ώστε να μπορεί να καταλάβει ποια θα ήταν η ερώτηση που τον αφορούσε. Η μοναδική αυστηρή εντολή, στην οποία ήταν αναγκασμένος να υπακούσει, ήταν πως δεν έπρεπε για κανένα απολύτως λόγο να περάσει την πόρτα της αγαπημένης του, όσο θα κρατούσε η δοκιμασία, πριν δηλαδή από τη δύση του ήλιου. Σ’ αυτή την περίπτωση θα τον απέκλειαν αμέσως, χωρίς δεύτερη συζήτηση.

Χαμογέλασε νοερά καθώς θυμήθηκε το αυστηρό, σχεδόν θυμωμένο πρόσωπο του σεβαστού και καλόκαρδου πατέρα του, όταν του μίλησε γι΄ αυτή την απαγόρευση. Και να σκεφτεί κανείς ότι δεν ένιωθε ούτε τον παραμικρό πειρασμό να την παραβεί. Αν αυτό ήταν όλο, τότε δεν κινδύνευε. Σ’ αυτό το θέμα ήταν ξέγνοιαστος. Κατά βάθος μάλιστα δεν καταλάβαινε όλες αυτές τις ιστορίες, όπου κάποιος ένιωθε την ακατάσχετη επιθυμία να παρακούσει μια τέτοια εντολή, καταστρέφοντας στο τέλος τα πάντα.

Περιπλανώμενος στα μπερδεμένα δρομάκια και στα κτίρια της Πόλης του Λαβυρίνθου είχε περάσει πολλές φορές από το πυργωτό οικοδόμημα, στο τελευταίο πάτωμα του οποίου κατοικούσε η αγαπημένη του. Δυο φορές μάλιστα είχε περάσει ακριβώς μπροστά από την πόρτα της, που είχε το νούμερο 401. Και κάθε φορά συνέχιζε το δρόμο του χωρίς να σταματήσει καν. Δεν μπορεί λοιπόν να ήταν αυτή η πραγματική δοκιμασία. Κάτι τέτοιο παραήταν απλό.

Όπου και να πήγαινε, συναντούσε δυστυχισμένους, που τον κοίταζαν με θαυμασμό, με ζήλια, με φθόνο. Πολλούς από αυτούς τους γνώριζε από παλιά, παρόλο που τέτοιες συναντήσεις ήταν αδύνατο να τις προγραμματίσει κανείς. Στην Πόλη του Λαβυρίνθου άλλαζαν γρήγορα οι θέσεις των σπιτιών και των δρόμων, με τέτοιο τρόπο ώστε κανείς δεν κανόνιζε να συναντηθεί κάπου με κάποιον άλλον. Όλες οι συναντήσεις πραγματοποιούνταν τυχαία ή μοιραία, ανάλογα πως το έβλεπε κανείς.

Κάποια στιγμή ο γιος ένιωσε ότι το δίχτυ που έσερνε πίσω του, πιάστηκε κάπου και γύρισε να δει. Ένας κουτσός ζητιάνος, καθισμένος στην εσοχή μιας πόρτας, είχε μπλέξει το δεκανίκι του στις τρύπες του διχτυού του.

«Τι κάνεις εκεί;» τον ρώτησε.

«Λυπήσου με!», απάντησε ο ζητιάνος με ικετευτική φωνή.
«Αυτό που θέλω από εσένα δεν είναι τίποτα, για μένα όμως σημαίνει πάρα πολλά. Είσαι ένας ευτυχισμένος και θα ξεφύγεις από δω μέσα. Εγώ όμως θα μείνω για πάντα εδώ, γιατί δεν πρόκειται ποτέ να γίνω ευτυχισμένος. Γι’ αυτό σε ικετεύω, πάρε τουλάχιστον λίγη από τη δυστυχία μου μαζί σου. Έτσι θα λυτρωθεί κι ένα ελάχιστο κομματάκι του εαυτού μου. Κι αυτό θα είναι μεγάλη παρηγοριά για εμένα».

Οι ευτυχισμένοι σπάνια είναι σκληρόκαρδοι, λυπούνται τους άλλους και θέλουν να δώσουν σ’ όλους από το περίσσευμα τις ευφορίας τους.

«Εντάξει», είπε ο γιος, «χαίρομαι που μπορώ να σου κάνω χάρη με τόσο λίγα».

Στην άλλη κιόλας γωνιά έπεσε σε μια κακόμοιρη μάνα, ντυμένη με κουρέλια, με τρία πεινασμένα παιδιά.

«Τη χάρη που έκανες σε αυτόν εκεί, δε θα την αρνηθείς σε μας», του είπε με φωνή όλο μίσος.

Κι έδεσε ένα μικρό σιδερένιο σταυρουδάκι στο δίχτυ του. Από τι στιγμή αυτή και πέρα το δίχτυ του γινόταν όλο και πιο βαρύ. Οι δυστυχισμένοι ήταν αναρίθμητοι στην Πόλη του Λαβυρίνθου κι ο καθένας που συναντούσε το γιο, του ‘δενε κάτι δικό του στο δίχτυ: άλλος παπούτσι, άλλος κόσμημα, έναν τσίγκινο κουβά, ένα σακούλι με χρήματα, κάποιο ρούχο ή μια βαριά σιδερένια σόμπα, ένα κομπολόι, ένα ψόφιο ζώο, ένα εργαλείο και τέλος ακόμα και ένα πορτόφυλλο. Το σούρουπο πλησίαζε και μαζί του και το τέλος της δοκιμασίας. Ο γιος βάδιζε σκυφτός, βήμα με βήμα, καταβάλλοντας τεράστιες προσπάθειες, λες και πολεμούσε να προχωρήσει ενάντια στη θύελλα. Το πρόσωπό του ήταν λουσμένο στον ιδρώτα, αλλά ή ελπίδα συνέχιζε να λάμπει στα μάτια του, γιατί τώρα πίστευε ότι είχε καταλάβει πια ακριβώς ήταν η δοκιμασία του. Κι ένιωθε αρκετά δυνατός να την φέρει σε πέρας.

Ύστερα σκοτείνιασε κι όμως κανείς δεν ήρθε να του πει να σταματήσει κι ότι ήταν πια αρκετά. Κουβαλώντας το τεράστιο βάρος του βρέθηκε χωρίς να το καταλάβει στην ταράτσα του κτιρίου που κατοικούσε η αγαπημένη του. Δεν είχε προσέξει ποτέ του τη θέα από αυτή την ταράτσα. Ήταν μια όμορφη παραλία, που μπορεί όμως να μην ήταν εκεί προηγούμενος. Ανήσυχος είδε τον ήλιο να χάνεται πίσω από το βαρύ ορίζοντα.

Στην ακτή είδε τέσσερις ευτυχισμένους, ίδιους με αυτόν κι άκουσε μια φωνή να τους ανακοινώνει ότι ήταν ελεύθεροι , παρόλο που δεν μπορούσε να δει αυτόν που μιλούσε. Φώναξε με όλη του τη δύναμη ότι τον είχαν ξεχάσει, αλλά κανείς δεν του ‘δωσε σημασία.

Με τρεμάμενα χέρια προσπάθησε να απαλλαγεί από το δίχτυ, αλλά δεν κατάφερε να το ξεκολλήσει από πάνω του. Φώναζε και ξαναφώναζε τον πατέρα του τώρα για να έρθει να τον βοηθήσει, κι έσκυβε όσο μπορούσε έξω από το στηθαίο.

Στο τελευταίο φως της μέρας που αργόσβηνε, είδε την αγαπημένη του εκεί κάτω ντυμένη στα μαύρα. Κάποιος την οδηγούσε έξω από την πόρτα, όπου την περίμενε μια μαύρη άμαξα. Στη στέγη αυτής της άμαξας ήταν ζωγραφισμένο όλο θλίψη και απελπισία, το πρόσωπο του πατέρα του. Η αγαπημένη του ανέβηκε και η άμαξα απομακρύνθηκε, ώσπου χάθηκε στο σκοτάδι.

Τη στιγμή αυτή ο γιος κατάλαβε ότι η δοκιμασία του ήταν ακριβώς να φανεί ανυπάκουος, κι ότι είχε αποτύχει. Ένιωσε τις ονειροπλασμένες φτερούγες του να μαραίνονται και να πέφτουν από πάνω του, σαν να ήταν φθινοπωρινά φύλλα, και ήξερε ότι ποτέ πια δεν επρόκειτο να πετάξει, ότι δεν θα γινόταν ποτέ ξανά ευτυχισμένος, κι ότι όσο κρατούσε η ζωή του, θα ‘μενε φυλακισμένος στο Λαβύρινθο.
Τώρα πια εδώ ήταν η θέση του.




Friday, August 22, 2014

"Mythe de Sisyphe" - H Αρχή

Θυμάμαι όταν άκουσα για πρώτη φορά το μύθο του Σίσυφου μου είχε φανεί παράλογος. Για την ακρίβεια δεν τον είχα ακούσει, αλλά είχα δει αρχικά μια διασκευή του σε μια γαλλο-Ιαπωνική σειρά κινουμένων σχεδίων του 1981.

Σιγά την τιμωρία , είχα σκεφτεί. Γιατί απλά δε σταματάει να πηγαινοφέρνει το βράχο και να βρει κάτι άλλο να κάνει ? Τι τον αναγκάζει να κάνει κάτι χωρίς νόημα ?

Τώρα νομίζω ότι καταλαβαίνω , απλά δεν είμαι τελείως σίγουρος αν αυτό είναι καλό η κακό.
Την ίδια περίπου εποχή, ίσως και λίγο αργότερα, αναρωτιόμουν τι είναι η ευτυχία. Αρχικά βρέθηκα μπροστά στο ερώτημα μάλλον τυχαία, δεν θυμάμαι πως. Αυτό που θυμάμαι είναι ότι βρισκόμουν συχνά μπροστά στο ερώτημα κάθε φορά που κάποιος η κάτι με παρότρυνε να κάνω μια ευχή. Δε θυμάμαι τόσο τούρτες και κεράκια. Περισσότερο θυμάμαι αστέρια να πέφτουν αλλά και την εφήμερη προσπάθεια μου να επικοινωνήσω με το «υπέρτατο ον».  Είχα σημαντική δυσκολία να επικεντρώσω στο συγκεκριμένο, δηλαδή μου φαινόταν χαζό να ευχηθώ για ένα παιχνίδι ή κάτι άλλο υλικό ή άυλο αλλά συγκεκριμένο. Αρχικά μου έβγαινε ένα γενικό και πέρα για πέρα εγωιστικό «να είμαι πάντα ευτυχισμένος». Μετά ξεπερνώντας τον ένοχο εγωισμό πήγα στο «να είμαστε όλοι ευτυχισμένοι».

Δεν ξέρω πως και γιατί αλλά σύντομα τόσο οι ευχές όσο και το «υπέρτατο ον» άρχισαν να μου βγάζουν μια άρνηση που κατέληξε να γίνει σχεδόν αναφυλαξία. Η αλήθεια είναι ότι δεν ξεμπέρδεψα όμως ούτε με το μεταφυσικό , ούτε με την ελπίδα. Απλά αποφάσισα ότι οι ερμηνείες και οι απαντήσεις των «άλλων» δε μου ταιριάζουν και ότι είχα ανάγκη να βρω τις δικές μου.

Έτσι και μέσα από αυτή τη διαδικασία γνωρίστηκα με το μάταιο, το «ανόητο»  ή αλλιώς το «παράλογο» και τώρα που ξαναβρέθηκα μπροστά στο μύθο , καταλαβαίνω γιατί η απάντηση δεν είναι τόσο απλή και ότι δε μπορώ εύκολα να απαντήσω στο «οκ , να σταματήσει να κουβαλάει το βράχο, αλλά τι άλλο να κάνει ?»

Έχω σχεδόν συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι δεν θα βρω απαντήσεις ή ότι δεν υπάρχουν, αλλά αυτό το σχεδόν κρύβει ένα άπειρο μέσα του.
Μέσα σε αυτό το άπειρο ένιωσα τις τελευταίες μέρες το σύμπαν να συνωμοτεί. 

Ένας γλάρος πάνω από την πόλη με έκανε να σηκωθώ πάνω από την έρημο του πραγματικού. Λίγες μέρες μετά άλλος ένας γλάρος έκανε «πέρασμα» την ώρα που φλερτάριζα, ομολογούμενος με κάποια περιφρόνηση, τη ματαιότητα της ύπαρξης στις σελίδες του «καθένα» . Αποκορύφωμα ο «μύθος του Σίσυφου» που βρέθηκε τυχαία στα χέρια μου.



Στις σελίδες του διαβάζω:

“Ποιο είναι, λοιπόν, αυτό το ακαθόριστο συναίσθημα που στερεί το πνεύμα απ' τον αναγκαίο για τη ζωή ύπνο; Ένας κόσμος που μπορούμε να το εξηγήσουμε χρησιμοποιώντας ακόμα και πρόχειρες δικαιολογίες είναι ένας κόσμος οικείος, φιλικός. Αλλά, μέσα σ' ένα σύμπαν στερημένο ξαφνικά από ψευδαισθήσεις και φώτα, ο άνθρωπος νοιώθει σαν ξένος. Σ' αυτή την εξορία, τη στερημένη από τις αναμνήσεις μιας χαμένης πατρίδας ή από την ελπίδα μιας γης της επαγγελίας, δεν υπάρχει βοήθεια. Αυτή η απόσταση, του ανθρώπου από τη ζωή του, του ηθοποιού από το σκηνικό του, αποτελεί κυριολεκτικά το συναίσθημα του παράλογου.”
…
«Καμιά φορά τα σκηνικά καταρρέουν. Ξύπνημα, συγκοινωνία, τέσσερις ώρες γραφείο ή εργοστάσιο, γεύμα, συγκοινωνία, τέσσερις ώρες δουλειά, φαγητό, ύπνος και Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο, αυτός ο κύκλος επαναλαμβάνεται εύκολα στον ίδιο ρυθμό τον περισσότερο καιρό. Μια μέρα όμως γεννιέται το "γιατί" κι όλα αρχίζουν σ' αυτή την πληκτική κούραση. "Αρχίζουν", αυτό είναι ενδιαφέρον. Στο τέλος μιας μηχανικής ζωής έρχεται η κούραση, την ίδια όμως στιγμή βάζει σε κίνηση τη συνείδηση. Τη σηκώνει απ' τον ύπνο και προξενεί τη συνέχεια. Η συνέχεια είναι η ασυνείδητη επιστροφή στην αλυσίδα ή η οριστική αφύπνιση. Στο τέλος της αφύπνισης βρίσκεται το αποτέλεσμα που φτάνει με τον καιρό: αυτοκτονία ή αναθεώρηση. Η κούραση κλείνει μέσα της κάτι το αποκαρδιωτικό. Εδώ, είμαι υποχρεωμένος να πω πως είναι καλή. Γιατί με τη συνείδηση αρχίζουν όλα και μονάχα αυτή αξίζει.»
…
«Ακόμα και οι άνθρωποι έχουν κάτι το απάνθρωπο. Όταν για ορισμένες ώρες βλέπουν τα πράγματα καθαρά, η μηχανική πλευρά των χειρονομιών τους, η χωρίς νόημα παντομίμα τους, καθιστά ηλίθιο ό,τι τους περιβάλλει. Πίσω από μια τζαμαρία, ένας άνθρωπος μιλάει στο τηλέφωνο δεν τον ακούμε αλλά βλέπουμε τη χωρίς νόημα μιμική του: αναρωτιόμαστε γιατί ζει. Αυτή η απέχθεια για την απανθρωπιά του ίδιου του ανθρώπου, η κατακόρυφη πτώση της εικόνας μας, η "ναυτία" όπως τη χαρακτηρίζει ένας σύγχρονος συγγραφέας, αυτά επίσης αποδεικνύουν το παράλογο. Όπως το αποδεικνύει ο ξένος που, ορισμένα δευτερόλεπτα, έρχεται να μας συναντήσει μέσα σ' έναν καθρέφτη, ο γνωστός μα ενοχλητικός αδελφός που ξαναβρίσκουμε στις φωτογραφίες μας, ο εαυτός μας.»
…
“Τα ουσιαστικά στοιχεία του ανθρώπινου δράματος είναι η νοσταλγία της ενότητας, ο πόθος του απόλυτου. Το ότι όμως η νοσταλγία αυτή είναι ένα γεγονός δε σημαίνει πως πρέπει να επαναπαυόμαστε. Εάν, διαβαίνοντας το χάσμα που χωρίζει τον πόθο απ' την κατάκτηση, διαπιστώσουμε όπως ο Παρμενίδης την ύπαρξη του Ενός (όποιο κι αν είναι), πέφτουμε στη γελοία αντίφαση ενός πνεύματος που διαπιστώνει την απόλυτη ενότητα και με την ίδια του τη διαπίστωση αποδεικνύει τη διαφοροποίησή του και την πολλαπλότητα που ισχυριζόταν πως θ' απλοποιούσε. Σ' αυτόν το φαύλο κύκλο οι ελπίδες μας σβήνουν.”


Σε αυτό το χορό του τυχαίου , βλέπω τα σύννεφα να παίρνουν μορφές και μια γοητευτική συνομωσία να προσπαθεί να με προσηλυτίσει.

Η αρχέγονη εκκρεμότητα κάνει αδιάκριτα την εμφάνιση της ακόμη μια φορά, αλλά η αλήθεια είναι ότι μόνο μέσα από την αγωνία της αισθάνομαι πραγματικά ότι ζω. 
Για αυτό και μάλλον θα συναντιόμαστε για καιρό ακόμη.


Friday, June 20, 2014

The great link...

Τελικά η απομόνωση δε με προστατεύει από τους άλλους, αλλά από έμενα.
Μιλώντας μαζί τους συνειδητοποιώ το δικό μου κενό και ξαναξυπνά η σύγκρουση ανάμεσα στο «πραγματικό» και το μεταφυσικό.

Στο «πραγματικό» το κενό είναι σχεδόν ανίκητο και δεν έχω βρει τρόπο να γίνουμε φίλοι. Δε μπορώ και να του υποταχτώ. Ακόμη και σε αυτή την «κατάσταση» ο εγωισμός και η μοναδικότητα μου δεν υποτάσσεται , τουλάχιστον προς το παρόν.

Στο μεταφυσικό δεν υπάρχει κενό. Νιώθω ή νομίζω ότι νιώθω τις μικρές αναταράξεις του αέρα από το πέταγμα της πεταλούδας, τις ταλαντώσεις του νερού από την έλξη του φεγγαριού, τη βουή των σκέψεων, το λαβύρινθο των συναισθημάτων, το χάδι των βλεμμάτων.  

Το «είναι» και το «θέλω».

Σήμερα κέρδιζε το «είναι» μέχρι που ξεκίνησα να γράφω αυτές τις γραμμές.
Η γοητεία του μεταφυσικού «θέλω» με συνεπήρε όταν προσπάθησα να νιώσω τον γλάρο που χάθηκε στον ορίζοντα.

"To become a thing is to know a thing. To assume its form is to begin to understand its existence."

Ίσως σε αυτές τις μικρές «νίκες» να υπάρχει κάποιο νόημα, αλλά ακόμη και αν δεν υπάρχει δικαιούμαι να το εφεύρω. Ακόμη και αν δεν το δικαιούμαι , το απαιτώ. Αντιστέκομαι στο «ανόητο»…


Οτιδήποτε άλλο θα ήταν απάνθρωπα βασανιστικό.




Thursday, November 28, 2013

Στο απέραντο γκρίζο του ουρανού



Στο απέραντο γκρίζο του ουρανού γλιστρούσε κάποιος με παγοπέδιλα.

Ήταν με το κεφάλι κάτω και τα πόδια επάνω και το κασκόλ του ανέμιζε.  Μπορούσε να το κάνει αυτό επειδή ο ουρανός ήταν παγωμένος.

Με μύτες κόκκινες από το κρύο και στόματα ορθάνοιχτα, τον κοιτούσε το πλήθος από κάτω, απ’ τη γη. Όλοι τον έδειχναν και χειροκροτούσαν, όταν κατάφερνε κάποια δύσκολη φιγούρα (αφού μάλιστα τα έκανε όλα ανάποδα).

Διέγραφε μεγάλα τόξα και καμπύλες, ακολουθώντας συνέχεια τον ίδιο δρόμο, ώσπου τα βήματα του χορού του χαράχτηκαν βαθιά στον ουρανό. Τώρα πια φάνηκε ότι έγραφε γράμματα: ίσως κάποιο επείγον μήνυμα. Αμέσως ύστερα γλίστρησε και χάθηκε στον ορίζοντα.

Το πλήθος εξακολουθούσε να κοιτάζει τον ουρανό, αλλά κανείς δε γνώριζε το αλφάβητο, κανείς δε μπορούσε να διαβάσει το μήνυμα. Σιγά-σιγά τα ίχνη χάθηκαν κι ο ουρανός ξανάγινε ένα απέραντο γκρίζο.





Οι άνθρωποι γύρισαν στα σπίτια τους και δεν άργησαν να ξεχάσουν το περιστατικό. Στο κάτω-κάτω ο καθένας έχει τις δικές του έγνοιες.  

Εξάλλου ποιος ξέρει; Μπορεί το μήνυμα να μην ήταν και τόσο σημαντικό…

Μίχαελ Έντε – Ο Καθρέφτης μες στον Καθρέφτη 


Wednesday, November 13, 2013

if..



If I were the moon, I'd be cool.
If I were a rule , I would bend.
If I were a good man, I'd understand
The spaces between friends.




Tuesday, September 24, 2013

ΜΙΑ ΜΑΥΡΗ ΒΑΡΙΑ ΚΟΥΡΤΙΝΑ ΚΡΕΜΕΤΑΙ



ΜΙΑ ΜΑΥΡΗ ΒΑΡΙΑ ΚΟΥΡΤΙΝΑ ΚΡΕΜΕΤΑΙ με πυκνές πτυχώσεις κι αργοσαλεύει στην αδιόρατη πνοή του αέρα. Στα πλάγια και προς τα πάνω οι άκρες της χάνονται στο σκοτάδι.




          Του είχαν πει ότι αυτή ήταν η κουρτίνα της σκηνής, η αυλαία. Κι ότι μόλις θα άρχιζε να σηκώνεται, θα 'πρεπε κι αυτός να αρχίσει το χορό του. Του είχαν τονίσει ότι δε θα έπρεπε να ταραχτεί με τίποτα. Πάνα απ' τη σκηνή η πλατεία έμοιαζε μ' αδειανό , κενό χάος. Υπήρχαν ωστόσο στιγμές, που η ίδια η εκείνη πλατεία του φαινόταν γεμάτη κόσμο, σαν αγορά ή σαν πολυσύχναστος δρόμος, σαν σχολική αίθουσα ή σαν νεκροταφείο. Μα όλα αυτά δεν ήταν παρά οφθαλμαπάτες και δεν έπρεπε να τους δώσει την παραμικρή σημασία. Με λίγα λόγια έπρεπε να αδιαφορήσει εντελώς για την εντύπωση που έδινε από κει πάνω, να μη νοιαστεί αν τον κοιτούσαν ή όχι, και να αρχίσει να χορεύει το σόλο το αμέσως μόλις θ' ανέβαινε η αυλαία.

          Στεκόταν λοιπόν με τα πόδια του σταυρωμένα, το πόδι που στηριζόταν και το πόδι που ήταν έτοιμος να μετακινήσει, το δεξί χέρι κρεμασμένο στο πλευρό, το αριστερό χαλαρά στηριγμένο στους γοφούς, και περίμενε την έναρξη. Πότε-πότε η κούραση τον υποχρέωνε ν' αλλάξει στάση και το αριστερό γινόταν δεξί και ανάποδα. 


          Γινόταν τότε ίδιος με το αντικαθρέφτισμά του

          Κι κουρτίνα δεν έλεγε να σηκωθεί.

          Το λιγοστό φώς που ερχόταν από κάπου ψηλά, ήταν συγκεντρωμένο πάνω του. Δεν ήταν όμως αρκετό ούτε για να δει τα ίδια του τα πόδια. Ο φωτεινός κύκλος που είχε γύρω του, του επέτρεπε ίσα-ίσα να διακρίνει τη βαριά, μαύρη κουρτίνα μπροστά του. Αυτό ήταν το μοναδικό στοιχείο που είχε για να προσανατολιστεί και δεν έπρεπε να το χάσει από τα μάτια του. Γιατί η σκηνή ήταν βυθισμένη στο σκοτάδι και απέραντη σαν πεδιάδα. 

          Αναρωτιόταν αν υπήρχαν σκηνικά και τι να παρίσταναν άραγε. Για το χορό του βέβαια αυτό δεν είχε σημασία, θα 'θελε όμως να ξέρει μέσα σε ποια εικόνα θα τον έβλεπαν οι θεατές. Μια γιορτινή αίθουσα ? Ένα εξοχικό τοπίο ? Ήταν σίγουρος ότι μόλις σηκωνόταν η αυλαία θα άλλαζε και ο φωτισμός. Και τότε θα έπαιρνε απάντηση και σ' αυτά τα ερωτήματα. Στεκόταν και περίμενε με τα πόδια σταυρωμένα, το πόδι που στηριζόταν και το πόδι που ήταν έτοιμος να μετακινήσει, το αριστερό χέρι κρεμασμένο στο πλευρό, το δεξί χαλαρά στηριγμένο στους γοφούς. Πότε-πότε η κούραση τον υποχρέωνε να αλλάξει στάση και τότε γινόταν ίδιος με το αντικαθρέφτισμα της αντανάκλασής του.

          Δεν έπρεπε να αφαιρεθεί διόλου γιατί ανά πάσα στιγμή η κουρτίνα μπορεί να σηκωνόταν. Τη στιγμή εκείνη έπρεπε να είναι πανέτοιμος, και στην ψυχή και στο σώμα. Ο χορός του άρχιζε με ένα δυνατό χτύπημα του τυμπάνου κι ένα στριφογυριστό φουριόζο από πηδηματάκια. Αν έχανε την αρχή, τότε θα πήγαιναν όλα στο βρόντο, γιατί δε θα μπορούσε να ξαναβρεί το ρυθμό. Νοερά έκανε ξανά όλα τα βήματα με τη σειρά, τις πιρουέτες, τα ζετέ , τις αραμπέσκ. Ικανοποιημένος διαπίστωσε ότι τα θυμόταν όλα. Ήταν σίγουρος για τον εαυτό του. Θα ήταν καλός. Άκουγε κιόλας τα χειροκροτήματα να ξεσπούν σαν τα κύματα μιας χρυσής θάλασσας. Ξαναπέρασε απ' μυαλό του το ανκόρ, το μικρό κομμάτι που θα χόρευε για να ευχαριστήσει το κοινό του, γιατί και αυτό ήταν πολύ σημαντικό. Όποιος τα κατάφερνε καλά σε αυτό το σημείο, κέρδιζε ακόμη περισσότερα χειροκροτήματα. Όσο τα σκεφτόταν όλα αυτά, στεκόταν και περίμενε με τα πόδια σταυρωμένα, το πόδι που στηριζόταν και το πόδι που ήταν έτοιμος να μετακινήσει, το δεξί χέρι κρεμασμένο στο πλευρό, το αριστερό χαλαρά στηριγμένο στους γοφούς. Πότε-πότε η κούραση τον υποχρέωνε να αλλάξει στάση και τότε γινόταν ίδιος με την ανάποδη αντανάκλαση του αντικαθρεφτίσματος του. 


          Η αυλαία δεν είχε σηκωθεί ακόμα και εκείνος αναρωτιόταν ποιος να ήταν ο λόγος. Μήπως είχαν ξεχάσει ότι αυτός στεκόταν εδώ πάνω στη σκηνή έτοιμος να αρχίσει? Μήπως τον έψαχνα αυτή τη στιγμή στο καμαρίνι του , στην καντίνα του θεάτρου, ή ακόμα και στο σπίτι του, απελπισμένοι που δεν τον εύρισκαν πουθενά? Μήπως θα έπρεπε να κάνει αισθητή την παρουσία του στο σκοτάδι της σκηνής? Να φωνάξει, ή να κουνηθεί κάπως για να τον δουν? Μήπως και δεν τον έψαχναν καν? Μπορεί η παράσταση να είχε αναβληθεί ή ακόμα και ματαιωθεί, χωρίς να του έχουν πει τίποτα. Ίσως μάλιστα να είχαν φύγει όλοι, δίχως να θυμηθούν ότι αυτός ήταν εδώ και περίμενε. Πόση ώρα βρισκόταν και όλα εδώ? Και ποιος του είχε υποδείξει αυτή τη θέση ακριβώς? Ποιός του είχε πει ότι αυτή ήταν η αυλαία κι ότι μόλις σηκωνόταν θα 'πρεπε να αρχίσει το χορό του? Προσπάθησε να θυμηθεί πόσες φορές είχε αλλάξει πόδι, παίρνοντας τη μορφή της αντανάκλασης του στον καθρέφτη, κι ύστερα πάλι το ανάποδο. Τα παράτησε όμως σχεδόν αμέσως, γιατί φοβήθηκε ότι αν τη στιγμή εκείνη σηκωνόταν η αυλαία θα τα 'χανε, έτσι καθώς θα ήταν απασχολημένος με τους υπολογισμούς του, θα ξεχνούσε τα βήματα και θα έμενε ακίνητος να κοιτάζει το κοινό. Όχι, έπρεπε να μείνει ψύχραιμος και συγκεντρωμένος ! 


          Αλλά η κουρτίνα δε σάλευε από τη θέση της.


          Σιγά-σιγα η αρχική ευχάριστη ταραχή του, έδωσε τη θέση της σε μια βαθιά πίκρα. Είχε την αίσθηση ότι κάποιος του την είχε φέρει άσχημα. Ένιωθε το δυνατό πειρασμό να εγκαταλείψει τη θέση του στη σκηνή και να πάει να βάλει τις φωνές σε κάποιον, οποιονδήποτε, να διαμαρτυρηθεί, να καυγαδίσει, να θυμώσει, να τσακωθεί. Αλλά δεν ήξερε που να πάει και με ποιον να τα βάλει. Το μικρό κομματάκι της μαύρης κουρτίνας που έβλεπε μπροστά του, ήταν το μοναδικό σημείο προσανατολισμού του. Αν έφευγε από αυτή τη θέση, τότε θα χανόταν μέσα στο σκοτάδι και θα τρίκλιζε ολόγυρα χωρίς να ξέρει που πηγαίνει. Και μπορεί εκείνη ακριβώς τη στιγμή να σηκωνόταν η αυλαία και ν' αντηχούσε το τύμπανο της έναρξης. Τότε θα βρισκόταν σε κάποιο εντελώς διαφορετικό σημείο, με τα χέρια τεντωμένα μπροστά σαν τυφλός, έχοντας ίσως την πλάτη γυρισμένη στο κοινό. Αδύνατον! Το αίμα του ανέβηκε στο κεφάλι από την ντροπή του στην ιδέα μόνο. Όχι, όχι, θα έμενε απαραιτήτως εκεί που ήταν, δε θα κουνιόταν ρούπι, όσο άσχημα και αν ένιωθε. Θα στεκόταν εκεί και θα περίμενε ώσπου να του πουν. Στεκόταν λοιπόν και περίμενε με τα πόδια σταυρωμένα, το πόδι που στηριζόταν και το πόδι που ήταν έτοιμος να μετακινήσει, το αριστερό χέρι κρεμασμένο άψυχα στο πλευρό, το δεξί βαριά ακουμπώντας τους γοφούς. Πότε-πότε η εξάντληση τον ανάγκαζε να αλλάξει πόζα και τότε γινόταν ίδιος με την αντανάκλαση της εικόνας του στον καθρέφτη, για πολλοστή φορά. 


          Κάποια στιγμή σταμάτησε να πιστεύει ότι η αυλαία θα σηκωνόταν ποτέ. Ήξερε όμως βαθιά μέσα του την ίδια εκείνη στιγμή ότι δεν επρόκειτο να φύγει από τη θέση του, αφού δεν μπορούσε να αποκλείσει εντελώς την πιθανότητα ότι ίσως και να άνοιγε τελικά. Είχε από ώρα παρατήσει κάθε ελπίδα και δεν ένιωθε πια θυμωμένος. Δε μπορούσα πια παρά να στέκει όρθιος εκεί που στεκόταν, ότι και αν συνέβαινε. Η εμφάνιση του δεν τον ένοιαζε πια, αδιαφορούσε αν ο χορός του θα ήταν επιτυχία η φιάσκο. Αδιαφορούσα ακόμα και για το αν θα γινόταν στο τέλος ή όχι. Μιας λοιπόν και ο χορός του δε σήμαινε πια τίποτα για αυτόν, άρχισε να ξεχνάει τα βήματα και τα πηδηματάκια το ένα μετά το άλλο. Περιμένοντας έφτασε να ξεχάσει τι περίμενε. Έμενε όμως στη θέση του όρθιος, με τα πόδια σταυρωμένα, το πόδι που στηριζόταν και το πόδι που ήταν έτοιμος να μετακινήσει, μπροστά στη μαύρη , βαριά κουρτίνα, που οι άκρες της χανόταν στο σκοτάδι.

Μίχαελ Έντε – Ο Καθρέφτης μες στον Καθρέφτη
http://en.wikipedia.org/wiki/The_mirror_in_the_mirror


Thursday, August 16, 2012

a butterfly's dream...

a butterfly's dream...

Once upon a time, I, Chuang Chou, dreamt I was a butterfly, fluttering hither and thither, to all intents and purposes a butterfly. I was conscious only of my happiness as a butterfly, unaware that I was Chou. 

Soon I awaked, and there I was, veritably myself again. 

Now I do not know whether I was then a man dreaming I was a butterfly, or whether I am now a butterfly, dreaming I am a man.

Sunday, March 18, 2012

De profundis clamavi...



J'implore ta pitié, Toi, l'unique que j'aime,
Du fond du gouffre obscur où mon coeur est tombé.
C'est un univers morne à l'horizon plombé,
Où nagent dans la nuit l'horreur et le blasphème;


Un soleil sans chaleur plane au-dessus six mois,
Et les six autres mois la nuit couvre la terre;
C'est un pays plus nu que la terre polaire
— Ni bêtes, ni ruisseaux, ni verdure, ni bois!


Or il n'est pas d'horreur au monde qui surpasse
La froide cruauté de ce soleil de glace
Et cette immense nuit semblable au vieux Chaos;


Je jalouse le sort des plus vils animaux
Qui peuvent se plonger dans un sommeil stupide,
Tant l'écheveau du temps lentement se dévide!


— Charles Baudelaire







Ζητώ λίγη ευσπλαχνία από Σε, τη μόνη που αγαπάω.
Βαθιά στο μαύρο βάραθρο που βρίσκομαι πεσμένος,
είν' ένας κόσμος θλιβερός, μολυβοσκεπασμένος,
που μόνο φρίκη, βλαστημιές μες στη νύχτα αγρικάω.


Τους έξι μήνες, άθερμος ο ήλιος ψηλά πλανιέται˙
τους άλλους έξι, σκοτεινιά πέφτει στο χώμα του όλο˙
είν' ένας τόπος πιο γυμνός και απο το βόρειο πόλο˙
μήτε ποτάμια, ζώα, μηδέ χόρτο ή δεντρί γεννιέται.


Λοιπόν, φρίκη καμία στη γη ποτέ δεν ξεπερνά
την παγερή αγριότητα που ο ήλιος αυτός σκορπά,
τη νύχτα που είναι άπειρη καθώς το Χάος γύρα˙


των ζώων των πιο ταπεινών ζηλεύω εγώ τη μοίρα,
που σ'ύπνο πέφτουνε κουτόν η νύστα σαν τα σμίγει,
τόσο το νήμα του ο Καιρός αργά το ξετυλίγει!

Thursday, February 23, 2012

Le Possédé - Ο Δαιμονισμένος

Le soleil s'est couvert d'un crêpe. Comme lui,
Ô Lune de ma vie! emmitoufle-toi d'ombre
Dors ou fume à ton gré; sois muette, sois sombre,
Et plonge tout entière au gouffre de l'Ennui;
Je t'aime ainsi! Pourtant, si tu veux aujourd'hui,
Comme un astre éclipsé qui sort de la pénombre,Te pavaner aux lieux que la Folie encombre
C'est bien! Charmant poignard, jaillis de ton étui!
Allume ta prunelle à la flamme des lustres!
Allume le désir dans les regards des rustres!
Tout de toi m'est plaisir, morbide ou pétulant;


Sois ce que tu voudras, nuit noire, rouge aurore;
II n'est pas une fibre en tout mon corps tremblant
Qui ne crie: Ô mon cher Belzébuth, je t'adore!

— Charles Baudelaire




Σε κρέπι ο ήλιος κρύφτηκε. Καθώς το φως αυτό,
φεγγάρι της ζωής μου, εσύ, μέσα στην σκιά βυθίσου,
κοιμήσου αν θέλεις, κάπνιζε, σώπαινε, συλλογίσου,
και πέσε ολάκερη βαθιά στης Πλήξης το βυθό.
 Μ' αρέσεις έτσι! Μα, αν θαρρείς απόψε πιο καλό,
σαν εν΄αστέρι που 'λειπε κι απ' το λυκόφως βγαίνει,
να πας στα μέρη να δειχτείς που η Τρέλα είναι λυμένη,
εμπρός! Έβγα απ' την θήκη σου μαχαίρι θελκτικό.
 Ας λάμψουνε τα μάτια σου στο φως των πολυελαίων!
Άναψε την αποθυμιά στα μάτια των χυδαίων!
Όλα σου, νοσηρά ή τρελά, μου φέρνουν ηδονή!

Γίνου ό,τι θες, μαύρη νυχτιά, ρόδινη αυγή, πιστεύω,
δεν θα 'βρεις μιαν αιμοσταλιά σ' όλο μου το κορμί
που να μην κράζει: Ω Σατανά, γλυκέ μου, σε λατρεύω! 

Monday, December 26, 2011

Στην αυλή...


Ασπρόμαυρα τετράγωνα , ίππος συναντά τον τρελό . 
Βασίλισσες και βασιλιάδες δεν έχουμε.  
Ήταν ακριβοί ρόλοι και δεν ταιριάζουν σε κομπάρσους. 

Η παρτίδα χαμένη , ακόμη και αυτή η μικρή παραγωγή έχει πτωχεύσει. Άλλοι λένε ότι ξεκίνησε αργά, άλλοι λένε ότι δεν παίχτηκε σωστά, άλλοι λένε ότι αυτή είναι και καλύτερη δεν υπάρχει.




Ποτέ δεν υπήρξε το ιδανικό παρά μόνο σαν παραμύθι , από αυτά που βλέπουμε στις ταινίες ή από αυτά που μας λέγανε όταν ήμασταν πιτσιρίκια.  Έτσι περιμένουμε να ακούσουμε τα τύμπανα να ηχούν στις κρίσιμες καμπές, την επική μουσική να παίζει στις μεγάλες μάχες και όμορφα δραματικούς ήχους να γεμίζουν το τοπίο τη στιγμή που συναντιούνται τα βλέμματα.  Η πραγματικότητα συχνά μας επαναφέρει στο ερώτημα. Είμαι εγώ πολύ μικρός ή είναι το παραμύθι πολύ μεγάλο ?

Κάποτε πίστευα ότι μπορώ να καταλάβω τον κόσμο  , αλλά τελικά δεν ξέρω τι κρύβεται ακόμη και σε ένα τόσο δα δωμάτιο.

Πολύ μεγάλος για να κρυφτώ , πολύ μικρός για να αλλάξω το παιχνίδι

Eat me … drink me …

Κλείνω τα μάτια και φεύγω...  τουλάχιστον για σήμερα



Thursday, November 10, 2011

Round midnight

Η μέση της μέρας όπως φαίνεται από τη μέση της νύχτας.
Ένας διαφορετικός κόσμος ζει στις σκιές.
Παίρνω την εικόνα και εξαφανίζομαι στη σκιά του ρολογιού.


Όταν ξυπνήσω θα είμαι μέρος της περιμένοντας τα επόμενα μεσάνυχτα.













Είναι δύσκολο να δεις τον εαυτό σου χωρίς καθρέφτη

====================================
emotions/soul #65, from panda@zeus, 723 chars,
Date: Sat 12/07/96 09:06:13
--------------------------
.....όταν είμαι καλά δεν μπορώ να γράψω
ποιος θα μου πει αν είναι φόβος, μήπως ο πύργος είναι χάρτινος ή μήπως ένας άλλος εαυτός που κοιμάται και ξυπνάει ανά εποχή.


"Συγχώρεσε με που δεν μπορώ να μιλήσω δυνατά......κάθε λέξη ειπωμένη δυνατά στον χώρο που ζω δημιουργεί έναν αντίλαλο" ...και μετά από χρόνια πέφτω πάνω στον ξεχασμένο αντίλαλο μιας λέξης που κάποτε είχε νόημα , αλλά ίσως όχι πια. Και αν ήταν λέξη γραμμένη σε χαρτί το σκίζω, αλλά με την ανθρώπινη μνήμη δεν θα έχω πότε αυτή την πολυτέλεια, και όταν αυτή δεν είναι καν δικιά μου...


χαμόγελο....καθώς μόλις τώρα θυμήθηκα τις φορές που αναρωτιόμουνα τι φοβάμαι, και δεν είχα βρει τίποτα.


Είναι δύσκολο να δεις τον εαυτό σου χωρίς καθρέφτη