Του είχαν πει ότι αυτή ήταν η κουρτίνα της σκηνής, η αυλαία. Κι ότι μόλις θα άρχιζε να σηκώνεται, θα 'πρεπε κι αυτός να αρχίσει το χορό του. Του είχαν τονίσει ότι δε θα έπρεπε να ταραχτεί με τίποτα. Πάνα απ' τη σκηνή η πλατεία έμοιαζε μ' αδειανό , κενό χάος. Υπήρχαν ωστόσο στιγμές, που η ίδια η εκείνη πλατεία του φαινόταν γεμάτη κόσμο, σαν αγορά ή σαν πολυσύχναστος δρόμος, σαν σχολική αίθουσα ή σαν νεκροταφείο. Μα όλα αυτά δεν ήταν παρά οφθαλμαπάτες και δεν έπρεπε να τους δώσει την παραμικρή σημασία. Με λίγα λόγια έπρεπε να αδιαφορήσει εντελώς για την εντύπωση που έδινε από κει πάνω, να μη νοιαστεί αν τον κοιτούσαν ή όχι, και να αρχίσει να χορεύει το σόλο το αμέσως μόλις θ' ανέβαινε η αυλαία.
Στεκόταν λοιπόν με τα πόδια του σταυρωμένα, το πόδι που στηριζόταν και το πόδι που ήταν έτοιμος να μετακινήσει, το δεξί χέρι κρεμασμένο στο πλευρό, το αριστερό χαλαρά στηριγμένο στους γοφούς, και περίμενε την έναρξη. Πότε-πότε η κούραση τον υποχρέωνε ν' αλλάξει στάση και το αριστερό γινόταν δεξί και ανάποδα.
Γινόταν τότε ίδιος με το αντικαθρέφτισμά του
Κι κουρτίνα δεν έλεγε να σηκωθεί.
Το λιγοστό φώς που ερχόταν από κάπου ψηλά, ήταν συγκεντρωμένο πάνω του. Δεν ήταν όμως αρκετό ούτε για να δει τα ίδια του τα πόδια. Ο φωτεινός κύκλος που είχε γύρω του, του επέτρεπε ίσα-ίσα να διακρίνει τη βαριά, μαύρη κουρτίνα μπροστά του. Αυτό ήταν το μοναδικό στοιχείο που είχε για να προσανατολιστεί και δεν έπρεπε να το χάσει από τα μάτια του. Γιατί η σκηνή ήταν βυθισμένη στο σκοτάδι και απέραντη σαν πεδιάδα.
Αναρωτιόταν αν υπήρχαν σκηνικά και τι να παρίσταναν άραγε. Για το χορό του βέβαια αυτό δεν είχε σημασία, θα 'θελε όμως να ξέρει μέσα σε ποια εικόνα θα τον έβλεπαν οι θεατές. Μια γιορτινή αίθουσα ? Ένα εξοχικό τοπίο ? Ήταν σίγουρος ότι μόλις σηκωνόταν η αυλαία θα άλλαζε και ο φωτισμός. Και τότε θα έπαιρνε απάντηση και σ' αυτά τα ερωτήματα. Στεκόταν και περίμενε με τα πόδια σταυρωμένα, το πόδι που στηριζόταν και το πόδι που ήταν έτοιμος να μετακινήσει, το αριστερό χέρι κρεμασμένο στο πλευρό, το δεξί χαλαρά στηριγμένο στους γοφούς. Πότε-πότε η κούραση τον υποχρέωνε να αλλάξει στάση και τότε γινόταν ίδιος με το αντικαθρέφτισμα της αντανάκλασής του.
Δεν έπρεπε να αφαιρεθεί διόλου γιατί ανά πάσα στιγμή η κουρτίνα μπορεί να σηκωνόταν. Τη στιγμή εκείνη έπρεπε να είναι πανέτοιμος, και στην ψυχή και στο σώμα. Ο χορός του άρχιζε με ένα δυνατό χτύπημα του τυμπάνου κι ένα στριφογυριστό φουριόζο από πηδηματάκια. Αν έχανε την αρχή, τότε θα πήγαιναν όλα στο βρόντο, γιατί δε θα μπορούσε να ξαναβρεί το ρυθμό. Νοερά έκανε ξανά όλα τα βήματα με τη σειρά, τις πιρουέτες, τα ζετέ , τις αραμπέσκ. Ικανοποιημένος διαπίστωσε ότι τα θυμόταν όλα. Ήταν σίγουρος για τον εαυτό του. Θα ήταν καλός. Άκουγε κιόλας τα χειροκροτήματα να ξεσπούν σαν τα κύματα μιας χρυσής θάλασσας. Ξαναπέρασε απ' μυαλό του το ανκόρ, το μικρό κομμάτι που θα χόρευε για να ευχαριστήσει το κοινό του, γιατί και αυτό ήταν πολύ σημαντικό. Όποιος τα κατάφερνε καλά σε αυτό το σημείο, κέρδιζε ακόμη περισσότερα χειροκροτήματα. Όσο τα σκεφτόταν όλα αυτά, στεκόταν και περίμενε με τα πόδια σταυρωμένα, το πόδι που στηριζόταν και το πόδι που ήταν έτοιμος να μετακινήσει, το δεξί χέρι κρεμασμένο στο πλευρό, το αριστερό χαλαρά στηριγμένο στους γοφούς. Πότε-πότε η κούραση τον υποχρέωνε να αλλάξει στάση και τότε γινόταν ίδιος με την ανάποδη αντανάκλαση του αντικαθρεφτίσματος του.
Η αυλαία δεν είχε σηκωθεί ακόμα και εκείνος αναρωτιόταν ποιος να ήταν ο λόγος. Μήπως είχαν ξεχάσει ότι αυτός στεκόταν εδώ πάνω στη σκηνή έτοιμος να αρχίσει? Μήπως τον έψαχνα αυτή τη στιγμή στο καμαρίνι του , στην καντίνα του θεάτρου, ή ακόμα και στο σπίτι του, απελπισμένοι που δεν τον εύρισκαν πουθενά? Μήπως θα έπρεπε να κάνει αισθητή την παρουσία του στο σκοτάδι της σκηνής? Να φωνάξει, ή να κουνηθεί κάπως για να τον δουν? Μήπως και δεν τον έψαχναν καν? Μπορεί η παράσταση να είχε αναβληθεί ή ακόμα και ματαιωθεί, χωρίς να του έχουν πει τίποτα. Ίσως μάλιστα να είχαν φύγει όλοι, δίχως να θυμηθούν ότι αυτός ήταν εδώ και περίμενε. Πόση ώρα βρισκόταν και όλα εδώ? Και ποιος του είχε υποδείξει αυτή τη θέση ακριβώς? Ποιός του είχε πει ότι αυτή ήταν η αυλαία κι ότι μόλις σηκωνόταν θα 'πρεπε να αρχίσει το χορό του? Προσπάθησε να θυμηθεί πόσες φορές είχε αλλάξει πόδι, παίρνοντας τη μορφή της αντανάκλασης του στον καθρέφτη, κι ύστερα πάλι το ανάποδο. Τα παράτησε όμως σχεδόν αμέσως, γιατί φοβήθηκε ότι αν τη στιγμή εκείνη σηκωνόταν η αυλαία θα τα 'χανε, έτσι καθώς θα ήταν απασχολημένος με τους υπολογισμούς του, θα ξεχνούσε τα βήματα και θα έμενε ακίνητος να κοιτάζει το κοινό. Όχι, έπρεπε να μείνει ψύχραιμος και συγκεντρωμένος !
Αλλά η κουρτίνα δε σάλευε από τη θέση της.
Σιγά-σιγα η αρχική ευχάριστη ταραχή του, έδωσε τη θέση της σε μια βαθιά πίκρα. Είχε την αίσθηση ότι κάποιος του την είχε φέρει άσχημα. Ένιωθε το δυνατό πειρασμό να εγκαταλείψει τη θέση του στη σκηνή και να πάει να βάλει τις φωνές σε κάποιον, οποιονδήποτε, να διαμαρτυρηθεί, να καυγαδίσει, να θυμώσει, να τσακωθεί. Αλλά δεν ήξερε που να πάει και με ποιον να τα βάλει. Το μικρό κομματάκι της μαύρης κουρτίνας που έβλεπε μπροστά του, ήταν το μοναδικό σημείο προσανατολισμού του. Αν έφευγε από αυτή τη θέση, τότε θα χανόταν μέσα στο σκοτάδι και θα τρίκλιζε ολόγυρα χωρίς να ξέρει που πηγαίνει. Και μπορεί εκείνη ακριβώς τη στιγμή να σηκωνόταν η αυλαία και ν' αντηχούσε το τύμπανο της έναρξης. Τότε θα βρισκόταν σε κάποιο εντελώς διαφορετικό σημείο, με τα χέρια τεντωμένα μπροστά σαν τυφλός, έχοντας ίσως την πλάτη γυρισμένη στο κοινό. Αδύνατον! Το αίμα του ανέβηκε στο κεφάλι από την ντροπή του στην ιδέα μόνο. Όχι, όχι, θα έμενε απαραιτήτως εκεί που ήταν, δε θα κουνιόταν ρούπι, όσο άσχημα και αν ένιωθε. Θα στεκόταν εκεί και θα περίμενε ώσπου να του πουν. Στεκόταν λοιπόν και περίμενε με τα πόδια σταυρωμένα, το πόδι που στηριζόταν και το πόδι που ήταν έτοιμος να μετακινήσει, το αριστερό χέρι κρεμασμένο άψυχα στο πλευρό, το δεξί βαριά ακουμπώντας τους γοφούς. Πότε-πότε η εξάντληση τον ανάγκαζε να αλλάξει πόζα και τότε γινόταν ίδιος με την αντανάκλαση της εικόνας του στον καθρέφτη, για πολλοστή φορά.
Κάποια στιγμή σταμάτησε να πιστεύει ότι η αυλαία θα σηκωνόταν ποτέ. Ήξερε όμως βαθιά μέσα του την ίδια εκείνη στιγμή ότι δεν επρόκειτο να φύγει από τη θέση του, αφού δεν μπορούσε να αποκλείσει εντελώς την πιθανότητα ότι ίσως και να άνοιγε τελικά. Είχε από ώρα παρατήσει κάθε ελπίδα και δεν ένιωθε πια θυμωμένος. Δε μπορούσα πια παρά να στέκει όρθιος εκεί που στεκόταν, ότι και αν συνέβαινε. Η εμφάνιση του δεν τον ένοιαζε πια, αδιαφορούσε αν ο χορός του θα ήταν επιτυχία η φιάσκο. Αδιαφορούσα ακόμα και για το αν θα γινόταν στο τέλος ή όχι. Μιας λοιπόν και ο χορός του δε σήμαινε πια τίποτα για αυτόν, άρχισε να ξεχνάει τα βήματα και τα πηδηματάκια το ένα μετά το άλλο. Περιμένοντας έφτασε να ξεχάσει τι περίμενε. Έμενε όμως στη θέση του όρθιος, με τα πόδια σταυρωμένα, το πόδι που στηριζόταν και το πόδι που ήταν έτοιμος να μετακινήσει, μπροστά στη μαύρη , βαριά κουρτίνα, που οι άκρες της χανόταν στο σκοτάδι.
http://en.wikipedia.org/wiki/The_mirror_in_the_mirror

No comments:
Post a Comment